Έκανε ένα προσεκτικό βήμα προς τα πίσω. Η μπότα του γλίστρησε σε κάτι που ανέδιδε δυσωδία κι έπεσε πάνω στον εξωτερικό τοίχο του καπηλειού. Μόνο το στριφογύρισμα της ασημένιας αλεπουδοκεφαλής κρατούσε μακριά το γκόλαμ. Οι φωνές του δρόμου ήταν απελπιστικά κοντά. Θα μπορούσαν να προέρχονται ακόμα κι από την Μπαρσίν, μια πόλη νεκρή από καιρό, όπως νεκρός θα ήταν κι ο ίδιος σε λίγο.
«Εκεί είναι, στο σοκάκι!» φώναξε ένας άντρας. «Ακολουθήστε με! Τρεχάτε! Θα ξεφύγει!»
Ο Ματ δεν τράβηξε τη ματιά του από το γκόλαμ. Το βλέμμα του πλάσματος πετάρισε πέρα από αυτόν, προς τη μεριά του δρόμου, διστάζοντας. «Οι διαταγές μου είναι να μη γίνομαι αντιληπτός, εκτός από αυτούς που θερίζω», του είπε, φτύνοντας τις λέξεις, «οπότε θα ζήσεις λίγο ακόμα. Λίγο ακόμα».
Πήρε στροφή κι απομακρύνθηκε στο σοκάκι, γλιστρώντας λιγάκι στη λάσπη, αν κι εξακολουθούσε να φαίνεται σαν να ρέει καθώς χάθηκε πίσω από την ταβέρνα.
Ο Ματ έτρεξε προς το μέρος του. Δεν μπορούσε να εξηγήσει τον λόγο, εκτός από το γεγονός ότι αυτό το πράγμα προσπάθησε να τον σκοτώσει, και θα προσπαθούσε ξανά. Αισθάνθηκε τις τρίχες του σβέρκου του ανασηκωμένες. Ώστε, λοιπόν, θα τον σκότωνε με την ησυχία του, έτσι; Αν, όμως, το μενταγιόν μπορούσε να του κάνει κακό, ίσως μπορούσε να το σκοτώσει.
Φτάνοντας στη γωνία της ταβέρνας, είδε το γκόλαμ την ίδια στιγμή που στράφηκε κι αυτό να τον κοιτάξει. Το πλάσμα δίστασε για άλλη μια φορά. Η πίσω πόρτα του καπηλειού ήταν μισάνοιχτη κι ήχοι γλεντιού ξεχύνονταν προς τα έξω. Το πλάσμα ακούμπησε το χέρι του στο κενό που είχε δημιουργήσει ένα βγαλμένο τούβλο, στον πίσω τοίχο του οικήματος αντικριστά της ταβέρνας, κι ο Ματ κοκάλωσε. Δεν έμοιαζε να χρειάζεται όπλα, αλλά αν είχε κάποιο κρυμμένο εκεί... Θεωρούσε μάλλον αδύνατο να επιβιώσει, αν αντιμετώπιζε αυτό το πράγμα οπλισμένο. Το γκόλαμ έχωσε στην τρύπα τα χέρια του κι έπειτα το κεφάλι του. Το σαγόνι του Ματ έπεσε. Το στήθος του γκόλαμ γλίστρησε μέσα, ακολούθησαν τα πόδια του, κι ύστερα χάθηκε εντελώς. Το άνοιγμα δεν ήταν μεγαλύτερο από το πλάτος των δύο χεριών του Ματ.
«Δεν νομίζω πως έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο», ακούστηκε μια σιγανή φωνή δίπλα του, κι ο Ματ αναπήδησε τρομαγμένος μόλις συνειδητοποίησε πως δεν ήταν πια μόνος. Ο ομιλητής ήταν ένας γέρος με καμπουριασμένους ώμους, άσπρα μαλλιά και μια γερακίσια μύτη τοποθετημένη καταμεσής ενός θλιμμένου προσώπου, ενώ στην πλάτη του κρεμόταν ένας μπόγος. Εκείνη τη στιγμή, έκρυβε μια μακρόστενη λεπίδα στο θηκάρι που είχε κάτω από το πανωφόρι του.
«Εγώ έχω», αποκρίθηκε κούφια ο Ματ. «Στη Σαντάρ Λογκόθ». Υπήρχαν φορές που αποσπασματικές μνήμες που θεωρούσε χαμένες για πάντα ξεπηδούσαν στο μυαλό του από το πουθενά, κι αυτή ήταν μία από δαύτες έτσι όπως παρατηρούσε ακίνητος το γκόλαμ. Ωστόσο, ανήκε στις αναμνήσεις που θα προτιμούσε να παρέμεναν χαμένες.
«Δεν επιζούν πολλοί από ένα τέτοιο συναπάντημα», είπε ο γέρος, και τον περιεργάστηκε. Το διαβρωμένο του πρόσωπο φάνταζε κάπως γνώριμο, αλλά ο Ματ αδυνατούσε να το προσδιορίσει. «Πώς βρέθηκες στη Σαντάρ Λογκόθ;»
«Πού είναι οι φίλοι σου;» ρώτησε ο Ματ. «Αυτοί που φώναζες;» Στο σοκάκι υπήρχαν μονάχα οι δυο τους. Οι ήχοι του δρόμου εξακολουθούσαν αμείωτοι, και κανείς δεν έμοιαζε να δίνει σημασία σε κάποιον που είχε φωνάξει ότι, αν δεν βιάζονταν, θα τους ξέφευγε.
Ο γέρος ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «Δεν είμαι σίγουρος ότι κατάλαβε κανείς από δαύτους τι φώναζα. Δεν είναι κι εύκολο να τους καταλάβεις. Τέλος πάντων, θεώρησα πως έτσι θα τρόμαζα εκείνον τον τύπο, αλλά ύστερα από αυτό που είδα...» Έδειξε προς την τρύπα του τοίχου και γέλασε πικρόχολα, αποκαλύπτοντας κενά ανάμεσα στα δόντια του. «Μου φαίνεται πως η τύχη του Σκοτεινού μάς ακολουθεί και τους δύο».
Ο Ματ μόρφασε. Άκουγε συχνά να μιλούν έτσι για τον εαυτό του, και δεν του άρεσε καθόλου. Κυρίως, επειδή δεν ήταν διόλου σίγουρος πως δεν ήταν αλήθεια. «Μπορεί», μουρμούρισε. «Συγχώρα με. Είναι πολύ αγενές να μη συστήνομαι στον άνθρωπο που με έσωσε. Λέγομαι Ματ Κώθον. Είσαι νεοφερμένος στο Έμπου Νταρ;» Το σακίδιο που ήταν δεμένο στην πλάτη του έδινε την εντύπωση πως ο άντρας μετακινούνταν διαρκώς από το ένα μέρος στο άλλο. «Δεν θα βρεις εύκολα μέρος να κοιμηθείς». Πρόσεξε το ροζιασμένο χέρι με το οποίο ο άντρας έπιασε το δικό του. Ήταν γεμάτο ρόζους, λες και κάθε κόκαλο ξεχωριστά είχε σπάσει ταυτόχρονα με τα υπόλοιπα κι είχε γιατρευτεί πρόχειρα. Ωστόσο, η λαβή του ήταν δυνατή.
«Είμαι ο Νόαλ Τσάριν, Ματ Κώθον. Όχι, έχω κάμποσο καιρό εδώ, αλλά το αχυρόστρωμά μου στη σοφίτα των Χρυσών Παπιών έχει καταληφθεί από έναν χοντρό Ιλιανό λαδέμπορο, τον οποίο έδιωξαν από το δωμάτιό του σήμερα το πρωί, επειδή θα ερχόταν ένας αξιωματικός Σωντσάν. Ίσως βρω ένα μέρος γι’ απόψε σ’ αυτό το σοκάκι». Έτριψε τη μία πλευρά της μεγάλης του μύτης με ένα κυρτό, ροζιασμένο δάχτυλο και χασκογέλασε, λες και του ήταν εντελώς αδιάφορο αν θα κοιμόταν σ’ ένα σοκάκι. «Δεν θα είναι η πρώτη φορά που δεν θα κοιμηθώ στα μαλακά, ακόμα κι εντός πόλεως».