Выбрать главу

«Νομίζω ότι μπορώ να σου βρω κάτι», του είπε ο Ματ, αλλά τα υπόλοιπα λόγια που ήταν έτοιμος να ξεστομίσει δεν βγήκαν ποτέ από το στόμα του. Συνειδητοποίησε πως τα ζάρια εξακολουθούσαν να στριφογυρίζουν μέσα στο κεφάλι του. Τα είχε ξεχάσει με όλη αυτή την αναστάτωση με το γκόλαμ, αλλά αυτά συνέχιζαν να αναπηδούν στο μυαλό του. Αν τον προειδοποιούσαν για κάτι χειρότερο από το γκόλαμ, δεν ήθελε να το ξέρει. Μόνο που, αναμφίβολα, θα το μάθαινε, και μάλιστα όταν θα ήταν πια πολύ αργά.

17

Ροζ Κορδέλες

Παγεροί άνεμοι λυσσομανούσαν στην Πλατεία Μολ Χάρα, κάνοντας τον χιτώνα του Ματ να ανεμίζει κι απειλώντας να παγώσουν τη λάσπη που είχε σχηματίσει κρούστα πάνω στα ρούχα του, καθώς αυτός κι ο Νόαλ τάχυναν το βήμα τους για να βγουν από το σοκάκι. Ο ήλιος ακουμπούσε στις οροφές, μισοκρυμμένος, κι οι σκιές μάκραιναν. Με το ένα χέρι κρατούσε τη μαγκούρα του και με το άλλο είχε αδράξει σφιχτά το σπασμένο κορδόνι με το μενταγιόν, χωμένο βαθιά σε μια τσέπη του πανωφοριού του, απ’ όπου μπορούσε εύκολα να το τραβήξει αν παρίστατο ανάγκη, κι έτσι άφηνε τον μανδύα του να ανεμίζει ελεύθερα. Πονούσε από την κορυφή έως τα νύχια, και τα ζάρια κροτάλιζαν προειδοποιητικά μέσα στο κεφάλι του, αλλά ο Ματ δεν έμοιαζε να προσέχει τίποτε από τα δύο. Ήταν απασχολημένος να κοιτάει προς κάθε κατεύθυνση ταυτοχρόνως και να αναρωτιέται πώς ήταν δυνατόν να περάσει αυτό το πράγμα μέσα από μια τόσο μικρή τρύπα. Αντιλήφθηκε πως έριχνε ανήσυχες ματιές στις ρωγμές, ανάμεσα στις τετράγωνες πλάκες του λιθόστρωτου, μολονότι δεν ήταν πολύ πιθανό να του επιτιθόταν το πλάσμα στα φανερά.

Από τους γύρω δρόμους ακουγόταν ένα βουητό, αλλά εδώ το μόνο πράγμα που κινούνταν ήταν ένα κοκαλιάρικο σκυλί, το οποίο έτρεχε πέρα από το σιντριβάνι και την προτομή της νεκρής από καιρό Βασίλισσας Ναριέν. Άλλοι έλεγαν πως το ανασηκωμένο χέρι της έδειχνε προς τη μεριά του ωκεανού, που με τα δώρα του πλούτισε το Έμπου Νταρ, κι άλλοι ότι τους προειδοποιούσε για κάποιον επερχόμενο κίνδυνο. Υπήρχαν και κάποιοι που ισχυρίζονταν ότι ο διάδοχός της ήθελε να τραβήξει την προσοχή στο γεγονός πως μόνο το ένα στήθος του αγάλματος ήταν ακάλυπτο, διακηρύσσοντας έτσι πως η τιμιότητα της Ναριέν ήταν αμφισβητούμενη.

Σε άλλες εποχές, η Πλατεία Μολ Χάρα θα ήταν γεμάτη με ζευγαράκια που βόλταραν, χασομέρηδες, μικροπωλητές κι επίδοξους ζητιάνους, ακόμα και τη χειμερινή περίοδο, αλλά μόλις ήρθαν οι Σωντσάν, πήραν τους ζητιάνους από τους δρόμους και τους έβαλαν να δουλέψουν, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος απέφευγε τον χώρο ακόμα και την ημέρα. Ο λόγος για όλα αυτά ήταν το Παλάτι Τάρασιν, αυτός ο τεράστιος σωρός από λευκούς θόλους, μαρμάρινες κολόνες και μπαλκόνια από σφυρήλατο σίδερο, η κατοικία της Τάυλιν Κουιντάρα Μίτσομπαρ, ελέω Φωτός Βασίλισσας της Αλτάρα —ή, τουλάχιστον, των περιοχών της Αλτάρα που απλώνονταν σε απόσταση λίγων ημερών από το Έμπου Νταρ— Κυράς των Τεσσάρων Ανέμων και Φρουρού της Θάλασσας των Καταιγίδων. Και, το σημαντικότερο ίσως, κατοικία της Υψηλής Αρχόντισσας Σούροθ Σάμπελε Μέλνταραθ, που διοικούσε τους Προδρόμους εκ μέρους της Αυτοκράτειρας των Σωντσάν, είθε να ζούσε για πάντα. Η θέση που κατείχε ήταν, προς το παρόν, υψηλής περιωπής στο Έμπου Νταρ. Οι φρουροί της Τάυλιν με τις πράσινες μπότες στέκονταν σε κάθε είσοδο, φορώντας τα φουσκωτά, άσπρα παντελόνια τους και τις επίχρυσες πανοπλίες πάνω από τους πράσινους επενδύτες, όπως επίσης κι οι άντρες κι οι γυναίκες με τις περικεφαλαίες που έμοιαζαν με κεφάλια εντόμων, και με τις ριγέ θωρακίσεις με τους διάφορους συνδυασμούς χρωμάτων, μπλε με κίτρινο ή πράσινο με άσπρο. Η Βασίλισσα της Αλτάρα απαιτούσε ασφάλεια κι ησυχία για να ξεκουραστεί, αν κι η αλήθεια ήταν πως αυτό αποτελούσε επιθυμία της Σούροθ, συνεπώς και της ίδιας της Τάυλιν.

Αφού το καλοσκέφτηκε για λίγο, ο Ματ οδήγησε τον Νόαλ σε μία είσοδο των στάβλων. Είχε περισσότερες πιθανότητες να περάσει έναν ξένο κατ’ αυτόν τον τρόπο, παρά αν χρησιμοποιούσε τη μεγαλόπρεπη, μαρμάρινη σκάλα που κατέληγε στην πλατεία. Άσε που θα είχε την ευκαιρία να καθαρίσει από πάνω του τη λάσπη πριν έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με την Τάυλιν. Η γυναίκα είχε δείξει με πολύ έκδηλο τρόπο τη δυσαρέσκειά της την τελευταία φορά που ο Ματ γύρισε αναμαλλιασμένος, έπειτα από καβγά σε μια ταβέρνα.

Μια χούφτα Εμπουνταρινοί φρουροί στέκονταν στη μια πλευρά των ανοικτών πυλών, κραδαίνοντας αλαβάρδες, ενώ στην άλλη υπήρχαν ισάριθμοι Σωντσάν με θυσανωτά ακόντια, όλοι τους μαρμαρωμένοι σαν το άγαλμα της Ναριέν.