«Την ευλογία του Φωτός να έχετε», μουρμούρισε ο Ματ ευγενικά στους Εμπουνταρινούς φρουρούς. Καλύτερα να είσαι ευγενικός με τους Εμπουνταρινούς, μέχρι να βεβαιωθείς για το ποιόν τους, αν κι ο κανόνας αυτός ίσχυε γενικώς. Ωστόσο, ήταν κάπως πιο... ευπροσάρμοστοι... από τους Σωντσάν.
«Κι εσύ, Άρχοντά μου», αποκρίθηκε ο γεροδεμένος αξιωματικός τους, βαδίζοντας ανάλαφρα προς το μέρος του. Ο Ματ τον αναγνώρισε. Ήταν ο Σάρλιβαν Σάρατ, ένας πολύ εντάξει τύπος, πάντα ετοιμόλογος κι ειδικός όσον αφορά στα άλογα. Κουνώντας το κεφάλι του, ο Σάρλιβαν άγγιξε ανάλαφρα τη μία πλευρά της μυτερής περικεφαλαίας του με τη λεπτή, επιχρυσωμένη ράβδο του αξιώματός του. «Πάλι συμμετείχες σε καβγά, Άρχοντά μου; Θα γίνει έξαλλη μόλις σε δει».
Ανασηκώνοντας τους ώμους και πασχίζοντας να μη γέρνει τόσο πολύ πάνω στη μαγκούρα του, ο Ματ φάνηκε να αγριεύει. Αν το καλοσκεφτόσουν, ο ηλιοκαμένος άντρας δεν ήταν μονάχα ετοιμόλογος, αλλά είχε μια γλώσσα που τσάκιζε κόκαλα. Επιπλέον, ίσως τελικά να μην ήταν τόσο ειδικός στα άλογα. «Υπάρχει καμιά αντίρρηση αν ο φίλος μου από δω κοιμηθεί στο ίδιο μέρος με τους άντρες μου;» ρώτησε τραχιά ο Ματ. «Μάλλον όχι. Υπάρχει χώρος για άλλο ένα άτομο». Η αλήθεια ήταν πως υπήρχε χώρος και για περισσότερους. Μέχρι στιγμής, οκτώ άντρες είχαν σκοτωθεί, επειδή τον ακολούθησαν στο Έμπου Νταρ.
«Από εμένα δεν υπάρχει πρόβλημα, Άρχοντά μου», είπε ο Σάρλιβαν, παρ’ όλο που έριξε μια ματιά στον λιπόσαρκο άντρα, δίπλα στον Ματ, σουφρώνοντας διακριτικά τα χείλη του. Το πανωφόρι του Νόαλ φαινόταν καλής ποιότητας, τουλάχιστον στο ημίφως, κι είχε και δαντέλες, που βρίσκονταν σε καλύτερη κατάσταση από εκείνες του Ματ. Αυτό ίσως εξισορροπούσε τα πράγματα. «Άλλωστε, η Βασίλισσα δεν χρειάζεται να γνωρίζει τα πάντα».
Ο Ματ κατσούφιασε, αλλά πριν ξεστομίσει λέξεις που θα έδειχναν έλλειψη εγκράτειας και θα δημιουργούσαν προβλήματα στον ίδιο και στον Νόαλ, τρεις οπλισμένες Σωντσάν ήρθαν καλπάζοντας προς την είσοδο κι ο Σάρλιβαν στράφηκε προς το μέρος τους.
«Μένεις με την κυρά σου στο Παλάτι της Βασίλισσας;» ρώτησε να μάθει ο Νόαλ, κινώντας προς την πύλη.
Ο Ματ τον τράβηξε πίσω. «Περίμενε», του είπε, κάνοντας νόημα προς το μέρος των Σωντσάν. Με την κυρά του; Καταραμένες γυναίκες! Καταραμένα ζάρια που κουδούνιζαν μέσα στο καταραμένο κεφάλι του!
«Έχω μηνύματα για την Υψηλή Αρχόντισσα Σούροθ», ανακοίνωσε μία από τους Σωντσάν, χτυπώντας με το χέρι της ένα δερμάτινο σακίδιο που κρεμόταν από έναν θωρακισμένο ώμο. Η περικεφαλαία της έφερε ένα και μόνο, λεπτό λοφίο, πράγμα που σήμαινε ότι ήταν χαμηλόβαθμη αξιωματικός, το άλογό της ωστόσο ήταν ένα ψηλό, καστανοκόκκινο κι ευνουχισμένο ζώο με χαρακτηριστικά αλόγου αγώνων. Τα άλλα δύο ζώα φάνταζαν γεροδεμένα, αλλά τίποτα παραπάνω.
«Περάστε, με τις ευλογίες του Φωτός», είπε ο Σάρλιβαν, κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση.
Το τόξο που η γυναίκα είχε κρεμασμένο στη σέλα της ήταν ολόιδιο με το δικό του. «Το Φως να ευλογεί κι εσένα», αποκρίθηκε με τη μακρόσυρτη προφορά της, κι οι τρεις τους μπήκαν στην αυλή των στάβλων, με τις οπλές των αλόγων τους να κροταλίζουν στο δάπεδο.
«Πολύ παράξενο», συλλογίστηκε ο Σάρλιβαν, παρατηρώντας τες να ξεμακραίνουν. «Πάντα ζητούν τη δική μας άδεια, όχι τη δική τους». Έδειξε με το ραβδί του τους φρουρούς Σωντσάν, στην απέναντι μεριά της πύλης. Απ’ όσο πρόσεξε ο Ματ, δεν είχαν κουνηθεί καθόλου από την άκαμπτη θέση τους, ούτε καν είχαν κοιτάξει τις νεοαφιχθείσες.
«Και τι θα γινόταν αν τους έλεγες πως δεν μπορούν να περάσουν;» ρώτησε σιγανά ο Νόαλ, βολεύοντας καλύτερα τον μπόγο στην πλάτη του.
Ο Σάρλιβαν γύρισε απότομα. «Μου αρκεί ότι έχω δώσει όρκο στη Βασίλισσά μου», είπε με ανέκφραστη φωνή, «κι ότι εκείνη έχει δώσει όρκο... όπου τον έχει δώσει. Δώσε ένα κρεβάτι στον φίλο σου, Άρχοντά μου, και προειδοποίησέ τον πως στο Έμπου Νταρ είναι καλύτερα να μη λέγονται κάποια πράγματα και να μην εκφράζονται κάποιες απορίες».
Ο Νόαλ φάνηκε να τα χάνει, κι άρχισε να διαμαρτύρεται πως ρώτησε από απλή περιέργεια, αλλά ο Ματ αντάλλαξε κι άλλες ευχές κι υποκλίσεις με τον Αλταρανό αξιωματικό —όσο πιο γρήγορα μπορούσε, δηλαδή— κι έσπρωξε την καινούργια γνωριμία του μέσα από την πύλη, εξηγώντας του χαμηλόφωνα περί Αφουγκραστών. Μπορεί αυτός ο άνθρωπος να τον είχε σώσει από το γκόλαμ, αλλά αυτό δεν σήμαινε πως θα τον άφηνε να τον παραδώσει στους Σωντσάν. Είχαν κι αυτοί τους ανθρώπους τους, που αποκαλούνταν Αναζητητές, κι από τα λίγα που είχε μάθει —μια και κάποιοι, που δεν δίσταζαν να μιλήσουν ανοιχτά για τους Φρουρούς του Θανάτου, έκλειναν ερμητικά το στόμα τους μόλις η κουβέντα πήγαινε στους Αναζητητές— αυτοί οι Αναζητητές έκαναν τους Λευκομανδίτες Εξεταστές να μοιάζουν με πιτσιρικάδες που βασανίζουν μύγες, πράγμα που μπορεί από μόνο του να ήταν βδελυρό, αλλά δεν απασχολούσε τους περισσότερους ανθρώπους.