«Κατάλαβα», είπε αργά ο γέρος. «Δεν το ήξερα». Έμοιαζε κάπως εκνευρισμένος με τον ίδιο του τον εαυτό. «Θα πρέπει να περνάς πολύ καιρό με τους Σωντσάν. Γνωρίζεις εξίσου καλά και την Αρχόντισσα Σούροθ, λοιπόν; Δεν είχα ιδέα ότι διέθετες τόσο υψηλά ιστάμενες διασυνδέσεις».
«Περνάω τον καιρό μου με τους στρατιώτες στα καπηλειά, όταν μπορώ, δηλαδή», αποκρίθηκε κάπως ξινά ο Ματ. Κι όταν τον άφηνε η Τάυλιν. Μα το Φως, λες κι ήταν παντρεμένοι! «Η Σούροθ δεν ξέρει πως είμαι ζωντανός». Κι ήλπιζε εκ βάθους καρδίας να μην το μάθει.
Οι τρεις Σωντσάν είχαν χαθεί, και τα άλογά τους είχαν οδηγηθεί στους στάβλους, αλλά υπήρχαν μερικές δεκάδες σουλ’ντάμ που είχαν βγάλει τις νταμέην τους για την απογευματινή εξάσκηση, βάζοντάς τες να περπατούν διαγράφοντας κύκλους στην πλακόστρωτη αυλή. Σχεδόν οι μισές από τις γκριζοντυμένες νταμέην ήταν σκουρόχρωμες και δεν έφεραν τα κοσμήματα που φορούσαν ως Ανεμοσκόποι. Υπήρχαν κι άλλες στο Παλάτι, μα κι αλλού· οι Σωντσάν είχαν πλούσια συγκομιδή από τα σκάφη των Θαλασσινών που δεν κατάφεραν να αποδράσουν. Τα πέτρινα πρόσωπα των περισσοτέρων έδιναν την εντύπωση μιας μοιρολατρικής καρτερίας, αλλά εφτά ή οκτώ από δαύτες ατένιζαν μπροστά, χαμένες, μπερδεμένες και δύσπιστες. Καθεμία είχε δίπλα της μια Σωντσάν νταμέην και της κρατούσε το χέρι ή είχε το μπράτσο περασμένο γύρω από τη μέση της, χαμογελώντας και ψιθυρίζοντάς της κάτω από το επιδοκιμαστικό βλέμμα των γυναικών με τα βραχιόλια περασμένα στα ασημένια κολάρα τους. Μερικές από αυτές τις ζαλισμένες γυναίκες είχαν αδράξει τις νταμέην που βάδιζαν μαζί τους λες και κρατούσαν διασωστικό σχοινί. Η θέα από μόνη της θα έκανε τον Ματ να ανατριχιάσει, αν τα μουσκεμένα ρούχα του δεν είχαν ήδη προνοήσει για κάτι τέτοιο.
Προσπάθησε να αναγκάσει τον Νόαλ να κινηθεί πιο γρήγορα, αλλά μια νταμέην, που δεν ήταν ούτε Σωντσάν ούτε Άθα’αν Μιέρε, βγήκε από τον κύκλο κι ήρθε δίπλα του, προσδεμένη σε μια πλαδαρή, γκριζομάλλα σουλ’ντάμ, μια γυναίκα με ελαιώδη επιδερμίδα, που σίγουρα θα περνούσε για Αλταρανή και μητέρα κάποιου. Από τον τρόπο που κοιτούσε το φορτίο της, θα έλεγε κανείς πως επρόκειτο για αυστηρή μάνα με μάλλον δύστροπο παιδί. Η Τέσλυν Μπάραντον είχε παχύνει έπειτα από ενάμιση μήνα αιχμαλωσίας στους Σωντσάν, ωστόσο το αγέραστο πρόσωπό της έμοιαζε λες κι έτρωγε ρείκια τρεις φορές τη μέρα. Από την άλλη, περπατούσε γαλήνια, δεμένη στην άκρη του λουριού, κι υπάκουε χωρίς δισταγμό στις προσταγές που μουρμούριζε η σουλ’ντάμ, σταματώντας για να υποκλιθεί βαθιά στον ίδιον και στον Νόαλ. Πάντως, ένα στιγμιαίο μίσος εναντίον του φάνηκε στα σκοτεινά της μάτια, προτού η ίδια κι η σουλ’ντάμ συνεχίσουν την κυκλική τους πορεία στην αυλή των στάβλων, γαλήνια κι υπάκουα. Ο Ματ είχε δει κατά το παρελθόν, στην ίδια αυλή, διάφορες νταμέην, που τις έστηναν όρθιες και τις μαστίγωναν μέχρι να ουρλιάξουν, επειδή είχαν κάνει φασαρία. Ανάμεσα σε αυτές, συμπεριλαμβανόταν η Τέσλυν. Οι σχέσεις μαζί της δεν ήταν καλές, ίσως μάλιστα να ήταν κακές, αλλά σίγουρα δεν θα ευχόταν να της συμβεί κάτι τέτοιο.
«Καλύτερα έτσι, παρά νεκρή, υποθέτω», μουρμούρισε ο άντρας, συνεχίζοντας την πορεία του, Η Τέσλυν ήταν σκληρή γυναίκα και δεν περνούσε στιγμή δίχως να καταστρώνει σχέδια απόδρασης, αλλά μερικές φορές η σκληρότητα δεν αρκούσε. Η Κυρά των Πλοίων κι ο Κύριος των Λεπίδων είχαν πεθάνει στον πάσσαλο χωρίς να βγάλουν άχνα, αλλά αυτό δεν τους είχε σώσει.
«Το πιστεύεις αυτό;» ρώτησε ο Νόαλ αφηρημένα, ψαχουλεύοντας αδέξια για άλλη μια φορά τον μπόγο του. Τα σπασμένα του χέρια είχαν χειριστεί εκείνο το μαχαίρι με εξαιρετική επιδεξιότητα, αλλά έμοιαζαν άτσαλα για οτιδήποτε άλλο.
Ο Ματ τον κοίταξε ουνοφρυωμένος. Όχι, δεν ήταν σίγουρος ότι το πίστευε. Αυτά τα ασημένια α’ντάμ έμοιαζαν αρκετά με το αόρατο κολάρο που είχε περάσει στον λαιμό του η Τάυλιν. Από την άλλη, όμως, αν ήταν να αποφύγει τον πάσσαλο, δεν είχε πρόβλημα να αφήσει τη γυναίκα να του χαϊδεύει το πηγούνι μια ζωή ολόκληρη. Μα το Φως, μακάρι να σταματούσαν να στριφογυρίζουν στο μυαλό του αυτά τα καταραμένα ζάρια και να τελείωνε μαζί τους! Όχι, ψέματα έλεγε. Από τότε που αντιλήφθηκε α σήμαιναν, δεν ήθελε να πάψουν στιγμή.
Το δωμάτιο που μοιράζονταν ο Τσελ Βάνιν κι οι επιζώντες Κοκκινόχεροι δεν ήταν πολύ μακριά από τους στάβλους, μια μακρόστενη, χαμηλοτάβανη αίθουσα από λευκό ασβεστοκονίαμα και πολλά κρεβάτια για όσους είχαν παραμείνει ζωντανοί. Ο Βάνιν, μια φαλακρή μάζα όλο ξίγκια, κειτόταν σε ένα κρεβάτι χωρίς την πουκαμίσα του και μ’ ένα ανοικτό βιβλίο ακουμπισμένο στο στήθος του. Ο Ματ απορούσε που αυτός ο άνθρωπος μπορούσε να διαβάζει. Φτύνοντας μέσα από ένα κενό στα δόντια του, ο Βάνιν έριξε μια ματιά στα λασπωμένα ρούχα του Ματ. «Πάλι τσακωνόσουν;» τον ρώτησε. «Κάτι μου λέει πως δεν θα της αρέσει καθόλου αυτό». Δεν σηκώθηκε καν από το κρεβάτι. Πλην ελάχιστων εντυπωσιακών εξαιρέσεων, ο Βάνιν θεωρούσε εαυτόν ισάξιο οποιουδήποτε άλλου άρχοντα ή αρχόντισσας.