«Προβλήματα, Άρχοντα Ματ;» γρύλισε ο Χάρναν πηδώντας όρθιος. Τόσο από άποψη φυσικής κατασκευής, όσο κι ιδιοσυγκρασίας, ήταν ένας μονοκόμματος άντρας, αλλά το βαρύ του σαγόνι ήταν σφικτό, παραμορφώνοντας το τατουάζ με το γεράκι, που τόσο κακόγουστα ήταν χαραγμένο στο μάγουλό του. «Να με συγχωράς, δηλαδή, αλλά δεν νομίζω πως είσαι για τέτοια τώρα. Πες μας πώς μοιάζει ο τύπος και τον αναλαμβάνουμε εμείς».
Οι τρεις τελευταίοι μαζεύτηκαν πίσω του με την ανυπομονησία έντονη στα χαρακτηριστικά τους, και δύο από δαύτους άδραξαν τα πανωφόρια τους, σιάχνοντας ακόμα τα πουκάμισά τους. Ο Μέτγουιν, ένας Καιρχινός με παιδική φυσιογνωμία, δέκα χρόνια μεγαλύτερος του Ματ, άδραξε το σπαθί του από τα πόδια του κρεβατιού που το είχε αφημένο και τράβηξε λίγο τη λεπίδα έξω από το θηκάρι, για να δει αν ήταν κοφτερή. Ήταν ο καλύτερος τους στο ξίφος, αν κι ο Γκόρντεραν τον συναγωνιζόταν, παρ’ όλο που έμοιαζε με σιδερά. Ο Γκόρντεραν δεν ήταν ούτε κατά διάνοια βραδυκίνητος, παρά τους βαριούς του ώμους που έδειχναν το αντίθετο. Μια ντουζίνα Κοκκινόχεροι είχαν ακολουθήσει τον Ματ Κώθον στο Έμπου Νταρ, οκτώ εκ των οποίων ήταν ήδη νεκροί κι οι υπόλοιποι αποκλεισμένοι εδώ, στο Παλάτι, όπου απαγορευόταν να βάλουν χέρι στις υπηρέτριες, να καβγαδίσουν σε ένα παιχνίδι ζάρια και να πιουν μέχρι να γίνουν φέσι, όπως θα έκαναν αν παρέμεναν σε ένα πανδοχείο, όπου θα ήξεραν τον πανδοχέα κι ο οποίος θα φρόντιζε να μεταφερθούν στα κρεβάτια τους, πιθανόν με αλαφρωμένα τα πουγκιά τους.
«Ο Νόαλ, από δω, θα σας περιγράψει καλύτερα από εμένα τι συνέβη», αποκρίθηκε ο Ματ, ισιώνοντας το καπέλο στο κεφάλι του. «Θα κοιμηθεί μαζί σας. Απόψε, μου έσωσε τη ζωή».
Τα λόγια του ακολούθησαν ξεφωνητά έκπληξης και κραυγές επιδοκιμασίας για τον Νόαλ, όπως επίσης και φιλικά χτυπηματάκια στην πλάτη, που κόντευαν να ρίξουν κάτω τον ηλικιωμένο άντρα. Ο Βάνιν, μάλιστα, σημάδεψε με το χοντρό του δάχτυλο το σημείο του βιβλίου όπου βρισκόταν, κι ανακάθισε στην άκρη του λεπτού στρώματος.
Ακουμπώντας τον μπόγο του σε ένα άδειο κρεβάτι, ο Νόαλ τούς αφηγήθηκε τα γεγονότα με εξεζητημένες χειρονομίες, υποβαθμίζοντας μάλιστα τον δικό του ρόλο, παρουσιάζοντας τον εαυτό του σαν κάποιον βλάκα που γλιστρούσε στη λάσπη και κοιτούσε το γκόλαμ χάσκοντας, ενώ ο Ματ πολεμούσε σαν ήρωας. Ήταν γεννημένος αφηγητής, ταλαντούχος όσο ένας βάρδος, κι οι περιγραφές του ιδιαιτέρως γλαφυρές. Ο Χάρναν κι οι Κοκκινόχεροι γέλασαν με την καρδιά τους, αναγνωρίζοντας ότι ο Νόαλ δεν ήθελε να υποτιμήσει μπροστά τους τη γενναιότητα του αρχηγού τους, κάτι που εκτίμησαν πάρα πολύ, αλλά το γέλιο τους κόπηκε όταν άρχισε να τους περιγράφει πως το πλάσμα που επιτέθηκε στον Ματ γλίστρησε μέσα στον τοίχο από μια μικροσκοπική τρύπα. Η περιγραφή του ήταν απίστευτα παραστατική, σαν να έβλεπες μπροστά σου την εικόνα. Ο Βάνιν άφησε κάτω το βιβλίο και ξαναέφτυσε μέσα από τα δόντια του. Το γκόλαμ είχε αφήσει τον Βάνιν και τον Χάρναν μισοπεθαμένους στο Ράχαντ, κι αυτό επειδή κυνηγούσε άλλο θήραμα.
«Φαίνεται πως αυτό το πράγμα με θέλει για κάποιο λόγο», είπε ανάλαφρα ο Ματ, μόλις ο γέρος άντρας αποτελείωσε την αφήγηση του και βυθίστηκε στο κρεβάτι μαζί με τα υπάρχοντά του, φαινομενικά εξουθενωμένος. «Μάλλον θα έπαιξε ζάρια μαζί μου κάποτε, αν και δεν το θυμάμαι. Δεν χρειάζεται να ανησυχείτε, αρκεί να μην μπείτε ανάμεσα σε μένα και σε αυτό». Μειδίασε, πασχίζοντας να κάνει τα λόγια του να φανούν αστεία, αλλά κανείς δεν γέλασε. «Όπως και να έχει, το πρωί θα πακετάρω το χρυσάφι σας. Θα εξασφαλίσετε είσοδο στο πρώτο πλοίο που φεύγει για το Ίλιαν, και πάρτε τον Όλβερ μαζί σας, όπως επίσης τον Θομ και τον Τζούιλιν, αν θέλουν να φύγουν». Φαντάστηκε πως ο ληστοκυνηγός μάλλον αυτό σκόπευε να κάνει. «Και τον Νέριμ και τον Λόπιν, βέβαια». Είχε συνηθίσει να έχει έναν-δυο άντρες στην υπηρεσία του για να τον προσέχουν, αλλά εδώ δεν τους χρειαζόταν. «Ο Ταλμέηνς θα πρέπει ήδη να πλησιάζει στο Κάεμλυν. Δεν νομίζω να έχετε πρόβλημα να τον βρείτε». Μόλις έφευγαν, θα έμενε μόνος με την Τάυλιν. Μα το Φως, καλύτερα να αντιμετώπιζε ξανά το γκόλαμ!