Выбрать главу

Ο Χάρναν αντάλλαξε ματιές με τους άλλους τρεις Κοκκινόχερους, κι ο Φέργκιν τέντωσε το κεφάλι του σαν να μην καταλάβαινε, πράγμα που ίσως ίσχυε. Ο κοκαλιάρης άντρας ήταν καλός στρατιώτης —όχι ο καλύτερος, βέβαια, μα αρκετά καλός— όμως σε άλλα θέματα δεν έπαιρνε γρήγορες στροφές.

«Αυτό δεν είναι σωστό», είπε τελικά ο Χάρναν. «Κατ’ αρχάς, ο Άρχοντας Ταλμέηνς θα μας γδάρει, αν επιστρέψουμε χωρίς εσένα». Οι άλλοι τρεις ένευσαν συγκαταβατικά. Ακόμα κι ο Φέργκιν το καταλάβαινε αυτό.

«Κι εσύ, Βάνιν;» ρώτησε ο Ματ.

Ο χοντρός άντρας ανασήκωσε τους ώμους του. «Αν κάνω πως παίρνω αυτό το αγόρι μακριά από τη Ρισέλ, θα με ξεκοιλιάσει σαν σολομό μόλις πέσω για ύπνο. Ίσως κι εγώ να έκανα το ίδιο, στη θέση του. Όπως και να έχει, εδώ έχω άφθονο χρόνιο για διάβασμα, κάτι που δεν θα συνέβαινε αν δούλευα ως πεταλωτής». Αυτό ήταν ένα από τα επαγγέλματα που ισχυριζόταν ότι ασκούσε όντας περιπλανώμενος ταξιδιώτης. Το άλλο ήταν σταβλίτης. Στην πραγματικότητα, ήταν αλογοκλέφτης και λαθροκυνηγός, ο καλύτερος σε δύο χώρες, ίσως και σε περισσότερες.

«Είστε όλοι σας τρελοί», είπε ο Ματ συνοφρυωμένος. «Το ότι θέλει εμένα δεν σημαίνει πως δεν θα σκοτώσει κι εσάς, αν τυχόν το εμποδίσετε. Η προσφορά, πάντως, ισχύει. Όποιος είναι στα συγκαλά του, μπορεί να φύγει».

«Έχω ξαναδεί ανθρώπους σαν εσένα», είπε ξαφνικά ο Νόαλ. Ο σκυφτός ηλικιωμένος άντρας ήταν η προσωποποίηση των γηρατειών και της εξάντλησης, αλλά το βλέμμα του ήταν λαμπερό και κοφτερό καθώς περιεργαζόταν τον Ματ. «Μερικοί άντρες έχουν μια αύρα επάνω τους, που κάνει τους υπόλοιπους να τους ακολουθούν. Άλλοι τούς οδηγούν στην πανωλεθρία κι άλλοι στη δόξα. Κάτι μου λέει πως το όνομά σου θα γραφτεί στην Ιστορία».

Ο Χάρναν έμοιαζε εξίσου μπερδεμένος με τον Φέργκιν, ενώ ο Βάνιν έφτυσε κι έγειρε πίσω, ανοίγοντας το βιβλίο του.

«Μπορεί, αν με εγκαταλείψει η τύχη μου», μουρμούρισε ο Ματ. Ήξερε πολύ καλά τι χρειαζόταν για να γραφτεί κάποιος στην Ιστορία. Ένας άντρας μπορούσε να σκοτωθεί στην προσπάθεια.

«Ίσως είναι καλύτερα να κάνεις ένα μπάνιο προτού σε δει», πετάχτηκε ξαφνικά ο Φέργκιν. «Με όλη αυτή τη λασπουριά, θα χάσει κάθε όρεξη».

Ο Ματ άρπαξε θυμωμένος το καπέλο του και βγήκε έξω χωρίς να πει λέξη. Προχωρούσε με όσο πιο αγέρωχο βήμα μπορούσε, κουτσαίνοντας και στηριζόμενος που και πού στη μαγκούρα του. Πριν κλείσει καλά-καλά η πόρτα πίσω του, άκουσε τον Νόαλ να διηγείται μια ακόμα ιστορία, τότε που ταξίδεψε πάνω σε ένα πλοιάριο των Θαλασσινών κι έμαθε να πλένεται με κρύο αλμυρό νερό. Έτσι, τουλάχιστον, ξεκινούσε η αφήγηση του.

Πράγματι, σκόπευε να κάνει ένα μπάνιο πριν τον δει η Τάυλιν, αλλά καθώς προχωρούσε κουτσαίνοντας στους διαδρόμους απ’ όπου κρέμονταν λουλουδάτες ταπετσαρίες, που οι Εμπουνταρινοί αποκαλούσαν καλοκαιρινές κουρτίνες, μια και θύμιζαν τη σχετική εποχή, τέσσερις υπηρέτες, ντυμένοι με τις λευκοπράσινες λιβρέες του Παλατιού, κι όχι λιγότερες από εφτά υπηρέτριες του πρότειναν να πλυθεί και να αλλάξει ρούχα πριν τον αντικρίσει η Βασίλισσα, και προσφέρθηκαν να του κάνουν μπάνιο και να του φέρουν καινούργια ενδυμασία δίχως εκείνη να μάθει το παραμικρό. Δόξα στο Φως, δεν γνώριζαν τίποτα για τη σχέση του με την Τάυλιν —άλλωστε, μόνο ο ίδιος κι η Τάυλιν ήξεραν τα χειρότερα— αλλά και πάλι είχαν υπ’ όψιν τους αρκετά πράγματα. Και το χειρότερο ήταν πως κάθε καταραμένος υπηρέτης κι υπηρέτρια του Παλατιού Τάρασιν τα επιδοκίμαζε κιόλας. Βέβαια, για τα δικά τους δεδομένα, η Τάυλιν ήταν Βασίλισσα και μπορούσε να κάνει ό,τι την ευχαριστούσε. Από την άλλη όμως, είχε γίνει πολύ οξύθυμη από τότε που οι Σωντσάν κατέλαβαν την πόλη, κι αν ένας πεντακάθαρος και ντυμένος με δαντέλες Ματ Κώθον ήταν αρκετός, ώστε να την κάνει να μην ασχολείται μαζί τους, τόσο το καλύτερο. Θα έκαναν τα πάντα για να τον κάνουν να λάμπει από πάστρα, και θα τον τύλιγαν στις δαντέλες σαν Κυριακάτικο δώρο!

«Λασπουριά;» είπε ο Ματ σε μια χαριτωμένη υπηρέτρια που χαμογελούσε κι είχε απλώσει τη φούστα της, υποκλινόμενη. Στα σκούρα της μάτια υπήρχε μια σπιρτάδα και το βαθύ ντεκολτέ του μπούστου της αποκάλυπτε ένα στήθος που συναγωνιζόταν σχεδόν αυτό της Ρισέλ. Υπό άλλες συνθήκες, θα φρόντιζε να βρει λίγο χρόνο για να απολαύσει το θέαμα. «Ποια λασπουριά; Δεν βλέπω τίποτα!» Η γυναίκα έμεινε με το στόμα ανοιχτό, ξέχασε να σηκωθεί κι απέμεινε να τον κοιτάει γονατιστή καθώς ο Ματ απομακρυνόταν κουτσαίνοντας.

Ο Τζούιλιν Σάνταρ, που έστριβε γοργά εκείνη τη στιγμή από μια γωνία, έπεσε σχεδόν επάνω του. Ο Δακρυνός ληστοκυνηγός αναπήδησε προς τα πίσω με μια πνιχτή βρισιά και το μελαψό του πρόσωπο έγινε σταχτί μέχρι να αντιληφθεί πάνω σε ποιον έπεσε. Κατόπιν, μουρμούρισε μια συγγνώμη κι έσπευσε να φύγει βιαστικός.