Выбрать главу

«Μήπως σε παρέσυρε ο Θομ με τις τρέλες του, Τζούιλιν;» είπε ο Ματ. Ο Τζούιλιν μοιραζόταν με τον Θομ ένα δωμάτιο στα υπηρετικά καταλύματα, και δεν είχε καμιά δικαιολογία να βρίσκεται εδώ πάνω. Με αυτό το σκούρο πανωφόρι των Δακρυνών, που ανέμιζε πάνω από τις μπότες του, ο Τζούιλιν θα ξεχώριζε ανάμεσα στους υπηρέτες σαν πάπια σε κοτέτσι. Η Σούροθ ήταν πολύ αυστηρή σε ό,τι αφορούσε τέτοια θέματα, πολύ αυστηρότερη από την Τάυλιν. Απ’ όσο μπορούσε να καταλάβει ο Ματ, η μόνη αιτία της παρουσίας του Θομ εδώ ήταν κάποια βρωμοδουλειά με τον Μπέσλαν. «Όχι, μην μπεις στον κόπο να μου απαντήσεις. Έκανα μια πρόταση στον Χάρναν και στους υπόλοιπους, κι ισχύει και για σένα. Αν θέλεις να φύγεις, ευχαρίστως να σου δώσω τα λεφτά σου».

Ήταν αλήθεια πως ο Τζούιλιν δεν σκόπευε να του απαντήσει τίποτα. Ο ληστοκυνηγός δίπλωσε τους αντίχειρες του πίσω από το ζωνάρι του και τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. «Και τι είπαν ο Χάρναν κι οι άλλοι; Τι έκανε ο Θομ και τον αποκαλείς τρελό; Αυτές τις ταράτσες τις ξέρει καλύτερα απ’ ό,τι εσύ ή εγώ».

«Το γκόλαμ βρίσκεται ακόμη στο Έμπου Νταρ, Τζούιλιν». Το μόνο που γνώριζε καλά ο Θομ ήταν το Παιχνίδι των Οίκων, και λάτρευε να χώνει τη μύτη του στην πολιτική. «Προσπάθησε να με σκοτώσει, νωρίτερα απόψε».

Ο Τζούιλιν γρύλισε λες κι είχε φάει γροθιά στο στομάχι, και πέρασε το χέρι του μέσα από τα αραιά, μαύρα μαλλιά του.

«Όπως και να έχει, όλο και κάποιος λόγος υπάρχει για να μείνω λίγο παραπάνω», είπε. Ο τόνος της φωνής του άλλαξε απότομα κι έγινε κάπως πιο πεισματικός κι αμυντικός, με μια χροιά ενοχής. Ο Ματ δεν τον είχε θεωρήσει ποτέ γυναικά, αλλά όταν ένας άντρας μιλούσε έτσι, μόνο ένα πράγμα μπορούσε να σημαίνει.

«Πάρ’ τη μαζί σου», είπε ο Ματ. «Κι αν δεν θέλει να φύγει, να είσαι σίγουρος πως, μέσα σε μία ώρα από τη στιγμή που θα φτάσεις στο Δάκρυ, θα βρεθείς με μία γυναίκα σε κάθε γόνατο. Έτσι είναι με τις γυναίκες, Τζούιλιν. Αν η μία λέει όχι, πάντα θα υπάρχει μια άλλη που θα λέει ναι».

Ένας υπηρέτης που τους προσπέρασε γοργά κρατώντας μια αρμαθιά λινές πετσέτες κοίταξε έκπληκτος τη βρωμιά που κάλυπτε τον Ματ, αλλά ο Τζούιλιν νόμισε ότι κοιτούσε εκείνον, οπότε τράβηξε τους αντίχειρες του από το ζωνάρι και πάσχισε να υιοθετήσει μια πιο ταπεινή στάση, χωρίς επιτυχία όμως. Μπορεί ο Θομ να κοιμόταν μαζί με τους υπηρέτες, αλλά είχε ξεκαθαρίσει εξ αρχής πως η επιλογή ήταν δική του, εξαιτίας κάποιας εκκεντρικότητας ίσως, και κανείς δεν θεωρούσε παράλογο να τον δει εδώ, να γλιστράει ακόμα και στα διαμερίσματα της Ρισέλ, που κάποτε ανήκαν στον Ματ. Ο Τζούιλιν, από την άλλη, δεν έχανε ευκαιρία να δείξει σε όλους ότι ήταν ληστοκυνηγός —κι όχι κλεφτοκυνηγός- κι έτσι όπως κοίταζε κατάματα τους σπαστικούς κι ασήμαντους ψωροευγενείς και τους αυτάρεσκους εμπόρους, για να αποδείξει ότι ήταν εξίσου καλός με εκείνους, όλοι στο Παλάτι ήξεραν πλέον ποιος και τι ήταν, όπως επίσης και ποια θέση τού ανήκε, δηλαδή κάτω από τις σκάλες.

«Ο Άρχοντάς μου είναι σοφός», είπε φωναχτά, κάνοντας μια κοφτή και νευρική υπόκλιση. «Ο Άρχοντάς μου γνωρίζει τα πάντα για τις γυναίκες. Ας συγχωρήσει ο Άρχοντάς μου έναν ταπεινό άνθρωπο σαν και του λόγου μου, αλλά πρέπει να επιστρέψω στη θέση μου». Γύρισε να φύγει, αλλά ξαναμίλησε πάνω από τον ώμο του, κι ο τόνος της φωνής του εξακολουθούσε να είναι υψηλός. «Άκουσα σήμερα πως, αν ο Άρχοντάς μου παρουσιαστεί ξανά τόσο βρώμικος, σαν να τον έσυραν στον δρόμο, η Βασίλισσα σκοπεύει να τον μαστιγώσει».

Κι αυτό ήταν αρκετό για να ξεχειλίσει το ποτήρι.

Ανοίγοντας απότομα τις πόρτες του δωματίου της Τάυλιν, ο Ματ δρασκέλισε το κατώφλι, πετώντας το καπέλο του κατά μήκος του δωματίου... και σταμάτησε μαρμαρωμένος κι εμβρόντητος, με το στόμα του να χάσκει ορθάνοιχτο και τα λόγια που σκόπευε να πει να παγώνουν στα χείλη του. Το καπέλο του προσγειώθηκε στα κιλίμια και κύλησε μακριά, ούτε καν πρόσεξε που. Μια πνοή ανέμου κροτάλισε στα ψηλά παράθυρα με την τριπλή αψίδα, που έβλεπαν σε ένα μακρόστενο μπαλκόνι με κιγκλίδωμα, το οποίο δέσποζε πάνω από την πλατεία Μολ Χάρα.

Η Τάυλιν στριφογύρισε πάνω στο κάθισμά της, σκαλισμένο ώστε να μοιάζει με επιχρυσωμένο μπαμπού, και τον κοίταξε πάνω από το χρυσό κρασοπότηρό της. Κύματα από στιλπνά, μαύρα μαλλιά με ελαφρές, γκρίζες αποχρώσεις στους κροτάφους πλαισίωναν ένα όμορφο πρόσωπο με μάτια αρπακτικού πουλιού, μάτια που δεν φαίνονταν διόλου ευχαριστημένα τη συγκεκριμένη στιγμή. Διάφορα άσχετα πράγματα ξεπήδησαν ξαφνικά στο μυαλό του Ματ. Η γυναίκα ξεσταύρωσε τα πόδια της τινάζοντας ελαφρώς το ένα, κάνοντας τις στρώσεις από άσπρα και πράσινα μισοφόρια να κυματίσουν. Απαλή πράσινη δαντέλα στόλιζε το οβάλ άνοιγμα της εσθήτας, που άφηνε να φανεί κατά το ήμιου το αποκαλυπτικό και μεστό της στήθος, όπου ταλαντευόταν η διακοσμημένη με πετράδια λαβή του γαμήλιου μαχαιριού της. Δεν ήταν μόνη. Απέναντί της καθόταν η Σούροθ, βλοσυρή πάνω από το δικό της κρασοπότηρο, χτυπώντας ρυθμικά τα μακριά της νύχια στο μπράτσο του καθίσματος, μια αρκετά όμορφη γυναίκα, παρά το ξυρισμένο της κρανίο με το μακρόστενο λοφίο στην κορυφή, κάτι που έκανε την Τάυλιν να μοιάζει συγκριτικά με κουνέλι. Δύο από αυτά τα νύχια σε κάθε χέρι είχαν μπλε βερνίκι. Καθισμένο πλάι της ήταν —αν είναι δυνατόν— ένα μικρό κορίτσι, ντυμένο κι αυτό με έναν εξεζητημένο και διακοσμημένο με λουλουδάτα σχέδια χιτώνα πάνω από την πλισαρισμένη, άσπρη φούστα της, έχοντας ολόκληρο το κεφάλι της καλυμμένο με ένα διάφανο πέπλο —μάλλον ήταν κι αυτή ολότελα ξυρισμένη!— και φορώντας μια ολόκληρη περιουσία από ρουμπίνια και πολύτιμους λίθους. Παρότι σοκαρισμένος, ο Ματ πρόσεξε τα ρουμπίνια και το χρυσάφι. Μια λυγερόκορμη γυναίκα, με επιδερμίδα σχεδόν εξίσου σκούρα με την ολόμαυρη εσθήτα της, ψηλή ακόμα και για Αελίτισσα, στεκόταν πίσω από το κάθισμα της κοπέλας με τα χέρια διπλωμένα και με ανυπομονησία που δύσκολα κρυβόταν. Τα κυματιστά, μαύρα μαλλιά της ήταν κοντοκομμένα αλλά σε καμιά περίπτωση ξυρισμένα, πράγμα που σήμαινε πως δεν ανήκε ούτε στη Γενιά, ούτε ήταν σο’τζίν. Αυτοκρατορικά όμορφη, επισκίαζε ακόμα και τη Σούροθ και την Τάυλιν. Ο Ματ μπορούσε να προσέξει τις όμορφες γυναίκες, ακόμα κι αν τον είχαν χτυπήσει με σφυρί στο κεφάλι.