Выбрать главу

Ωστόσο, δεν ήταν η παρουσία της Σούροθ ή καν ξένων γυναικών που τον έκαναν να μείνει αποσβολωμένος. Τα ζάρια μέσα στο κεφάλι του είχαν σταματήσει απότομα, παράγοντας έναν ήχο σαν κεραυνό, που έκανε το κρανίο του να κουδουνίζει. Αυτό δεν είχε ξανασυμβεί. Στεκόταν ακίνητος, περιμένοντας κάποιον Αποδιωγμένο να ξεπηδήσει από τις φλόγες του μαρμάρινου τζακιού ή να ανοίξει η γη κάτω από τα πόδια του και να καταπιεί το ίδιο το Παλάτι.

«Δεν με ακούς, πιτσουνάκι», γουργούρισε η Τάυλιν, κι ο τόνος της φωνής της ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνος. «Είπα να πας κάτω, στην κουζίνα, και να φας ένα γλυκό μέχρι να σε φωνάξω. Στο μεταξύ, κάνε κι ένα μπάνιο». Τα σκοτεινά της μάτια έλαμψαν. «Τα περί λάσπης θα τα συζητήσουμε αργότερα».

Ζαλισμένος, προσπάθησε να συνοψίσει τα γεγονότα των τελευταίων λεπτών. Είχε μπει μέσα στο δωμάτιο, τα ζάρια είχαν πάψει να στριφογυρίζουν και... δεν είχε συμβεί τίποτα. Τίποτα!

«Αυτός ο άνθρωπος δέχτηκε βάναυση επίθεση», είπε η μικροκαμωμένη, πεπλοφόρα φιγούρα κι ανασηκώθηκε. Ο τόνος της φωνής της ήταν ψυχρός όσο κι ο άνεμος έξω. «Είπες ότι οι δρόμοι είναι ασφαλείς, Σούροθ! Νιώθω απογοητευμένη».

Κάτι έπρεπε να συμβεί! Έπρεπε να έχει συμβεί ήδη! Πάντα συνέβαινε κάτι όταν σταματούσαν τα ζάρια.

«Σε διαβεβαιώ, Τουόν, οι δρόμοι του Έμπου Νταρ είναι εξίσου ασφαλείς με τους δρόμους του Σωντάρ», αποκρίθηκε η Σούροθ, κι αυτό ήταν αρκετό για να βγάλει τον Ματ από τη νάρκη του. Η γυναίκα ακουγόταν... ανήσυχη. Συνήθως, η Σούροθ έκανε τους άλλους να ανησυχούν.

Ένας λυγερός κι όλο χάρη νεαρός, ντυμένος με τον ημιδιαφανή χιτώνα των ντα’κοβάλε, εμφανίστηκε πλάι της κρατώντας μια ψηλή κανάτα από γαλάζια πορσελάνη. Έσκυψε το κεφάλι και σιωπηλά ξαναγέμισε το ποτήρι της με κρασί. Ο Ματ ξαφνιάστηκε για άλλη μια φορά. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πως υπήρχε κι άλλος στο δωμάτιο. Και πάλι, ο χρυσομάλλης άντρας με το άσεμνο ρούχο δεν ήταν ο μόνος παρών. Μια λυγερόκορμη και χαριτωμένα στρουμπουλή κοκκινομάλλα, που φορούσε έναν παρόμοιο διάφανο χιτώνα ήταν γονατισμένη δίπλα σε ένα τραπεζάκι, στην επιφάνεια του οποίου υπήρχαν αρωματικά μπουκαλάκια και μερικές ακόμα όμορφες, πορσελάνινες κανάτες των Θαλασσινών, καθώς επίσης ένα μικρό επιχρυσωμένο ορειχάλκινο μαγκάλι με τις απαραίτητες τσιμπίδες για το ζέσταμα του κρασιού, ενώ μια γκριζομάλλα σερβιτόρα με ανήσυχη ματιά, που φορούσε τη χαρακτηριστική λευκοπράσινη λιβρέα του Οίκου των Μίτσομπαρ, στεκόταν στην άλλη άκρη. Σε μια γωνιά δε, τόσο ακίνητη, που σχεδόν δεν την πρόσεξε, υπήρχε άλλη μία Σωντσάν, μια κοντή γυναίκα με το μισό από το χρυσαφί κεφάλι της ξυρισμένο και με στήθος που μπορεί και να ξεπερνούσε αυτό της Ρισέλ, αν το κιτρινοκόκκινο βολάν που φορούσε δεν κάλυπτε το κορμί της έως τον λαιμό. Όχι ότι ο Ματ είχε καμιά ιδιαίτερη επιθυμία να το ανακαλύψει. Οι Σωντσάν ήταν μυγιάγγιχτοι όσον αφορά στις σο’τζίν, ενώ η Τάυλιν ήταν μυγιάγγιχτη για οποιαδήποτε γυναίκα. Από τότε που ο Ματ μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι μετά τον τραυματισμό του, είχε παρατηρήσει πως στα διαμερίσματά της δεν υπήρχε καμία υπηρέτρια νεότερη από τη γιαγιά του.