Η Σούροθ κοίταξε τον χαριτωμένο άντρα σαν να αναρωτιόταν τι ήταν, έπειτα κούνησε το κεφάλι της χωρίς να μιλήσει κι έστρεψε την προσοχή της στο παιδί, την Τουόν, η οποία έκανε νόημα στον νεαρό να φύγει. Η υπηρέτρια με τη λιβρέα έσπευσε να πάρει την κανάτα από τα χέρια του και να ξαναγεμίσει το ποτήρι της Τάυλιν, αλλά η Βασίλισσα με μια χειρονομία την έστειλε πάλι στον τοίχο. Η Τάυλιν καθόταν εντελώς ακίνητη. Δεν ήταν να απορεί κανείς που δεν ήθελε να τραβήξει την προσοχή, δεδομένου ότι αυτή η Τουόν τρόμαζε ακόμα και τη Σούροθ, κάτι εξαιρετικά εμφανές.
«Είμαι εξαιρετικά δυσαρεστημένη, Σούροθ», είπε ξανά το κορίτσι, κοιτώντας με αυστηρό και βλοσυρό βλέμμα την άλλη γυναίκα. Μολονότι όρθια, δεν είχε αυτό το απόμακρο βλέμμα όταν ατένιζε την καθιστή Υψηλή Αρχόντισσα. Ο Ματ υπέθεσε πως ήταν κι η ίδια Υψηλή Αρχόντισσα, αν κι Υψηλότερη από τη Σούροθ. «Ανένηψες αρκετά, κι αυτό σίγουρα θα ευχαριστήσει την Αυτοκράτειρα, είθε να ζήσει για πάντα, αλλά η κακομελετημένη επίθεσή σου στα ανατολικά κατέληξε σε πανωλεθρία, και καλό θα ήταν να μην επαναληφθεί κάτι τέτοιο. Επιπλέον, αν οι δρόμοι αυτής της πόλης είναι ασφαλείς, πώς έγινε και του επιτέθηκαν;»
Οι αρθρώσεις της Σούροθ είχαν ασπρίσει, έτσι σφιχτά που κρατούσε το μπράτσο του καθίσματός της και το κρασοπότηρό της. Αγριοκοίταξε την Τάυλιν, λες και το κήρυγμα ήταν δικό της σφάλμα, κι εκείνη της χαμογέλασε απολογητικά κι έσκυψε το κεφάλι της. Αίμα και στάχτες, να δεις που θα την πλήρωνε αυτός!
«Σκόνταψα κι έπεσα, αυτό είναι όλο». Μίλησε τόσο έντονα κι απότομα, ώστε όλα τα κεφάλια στράφηκαν προς το μέρος του. Η Σούροθ κι η Τουόν έμοιαζαν σοκαρισμένες που τον άκουσαν να μιλάει, η δε Τάυλιν φάνταζε με αετό που ήθελε το κουνέλι του ψημένο. «Κυρίες μου», πρόσθεσε, αν κι αυτό δεν φάνηκε να βελτιώνει την κατάσταση.
Η ψηλή γυναίκα άπλωσε ξαφνικά το χέρι της, άρπαξε το κρασοπότηρο από το χέρι της Τουόν και το πέταξε στο τζάκι, κάνοντας τις σπίθες να υψωθούν μέχρι στην καμινάδα. Η υπηρέτρια έσπευσε να διασώσει το ποτήρι πριν γίνει μεγαλύτερη ζημιά, αλλά έκανε πίσω μόλις την άγγιξε η σο’τζίν.
«Είσαι ανόητη, Τουόν», είπε η ψηλή γυναίκα, κι η φωνή της έκανε την αγριάδα του κοριτσιού να μοιάζει γελοία. Η γνωστή βραδυγλωσσία των Σωντσάν ήταν τώρα σχεδόν ανύπαρκτη. «Η Σούροθ έχει τον έλεγχο της κατάστασης. Αυτό που συνέβη στην Ανατολή μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε μάχη. Πάψε να χάνεις τον χρόνο σου με σαχλαμάρες».
Η Σούροθ την κοίταξε εμβρόντητη για μια στιγμή, κι ύστερα η παγερή μάσκα επανήλθε στο πρόσωπό της. Ο Ματ απέμεινε να κοιτάει κι αυτός με ανοικτό το στόμα. Μίλα έτσι σε κάποιον που ανήκει στη Γενιά, και θα είσαι τυχερός αν τη γλιτώσεις με απλό μαστίγωμα!
Παραδόξως, η Τουόν έσκυψε ελαφρά το κεφάλι της. «Ίσως να έχεις δίκιο, Άναθ», είπε ήρεμα, κι η φωνή της είχε μια χροιά σεβασμού. «Ο χρόνος κι οι οιωνοί θα δείξουν. Ωστόσο, ο νεαρός άντρας ψεύδεται. Μπορεί να φοβάται την οργή της Τάυλιν, αλλά οι πληγές του δεν δικαιολογούνται από μια απλή πτώση, εκτός κι αν μέσα στην πόλη υπάρχουν γκρεμοί και δεν τους πρόσεξα».
Ώστε, λοιπόν, φοβόταν την οργή της Τάυλιν, ε; Ναι, λιγάκι τη φοβόταν, αλλά λιγάκι μόνο. Ωστόσο, δεν του άρεσε να του το υπενθυμίζουν. Έγειρε στη μαγκούρα που έφτανε μέχρι τον ώμο του και προσπάθησε να βολευτεί. Αν μη τι άλλο, θα μπορούσαν να του πουν να κάτσει. «Τραυματίστηκα τη μέρα που τα παλικάρια σου κατέλαβαν την πόλη», είπε, με ένα μειδίαμα που έφτανε από το ένα αυτί στο άλλο. «Οι υπόλοιποι πετούσατε τριγύρω αστραπές και μπάλες φωτιάς, κάτι ιδιαίτερα βάναυσο. Πάντως, τώρα είμαι καλά, ευχαριστώ για το ενδιαφέρον». Η Τάυλιν βύθισε το πρόσωπό της στο κρασοπότηρο, αλλά, κοιτώντας τον πάνω από το χείλος, κατάφερε να εκτοξεύσει προς το μέρος του ένα βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις για κατοπινή τιμωρία.
Η φούστα της Τουόν θρόισε καθώς η γυναίκα διέσχισε το χαλί για να πάει προς το μέρος του. Το σκούρο πρόσωπο πίσω από το διάφανο βέλο θα μπορούσε να είναι χαριτωμένο, αν δεν είχε αυτή την έκφραση δικαστή που ανακοινώνει τη θανατική ποινή. Κι αν το κεφάλι ήταν στολισμένο με καθώς πρέπει μαλλιά, αντί για μια φαλακρή κούτρα. Τα μάτια της ήταν μεγάλα κι υγρά, αλλά εντελώς απρόσωπα. Ο Ματ παρατήρησε πως όλα της τα νύχια ήταν βαμμένα με λαμπερό, κόκκινο βερνίκι κι αναρωτήθηκε αν αυτό σήμαινε κάτι. Μα το Φως, θα μπορούσε κάποιος να ζει επί χρόνια μέσα στη χλιδή με τόσα ρουμπίνια.
Άπλωσε το χέρι της, ακούμπησε τα ακροδάχτυλά της στο πηγούνι του κι ο Ματ έκανε να τιναχτεί προς τα πίσω, μέχρι που πρόσεξε την Τάυλιν να τον αγριοκοιτάζει πιάνω από το κεφάλι της Τουόν, με ένα βλέμμα που υποσχόταν άμεση τιμωρία αν τολμούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Στραβοκοιτάζοντας την κοπέλα, την άφησε να μετακινήσει το κεφάλι του, λες και τον εξέταζε.