Выбрать главу

«Μας πολέμησες;» τον ρώτησε απαιτητικά. «Πήρες τους όρκους;»

«Τους πήρα», μουρμούρισε. «Όσον αφορά στην άλλη ερώτηση, δεν είχα εναλλακτική λύση».

«Ώστε έτσι, λοιπόν», μουρμούρισε η κοπέλα. Διαγράφοντας έναν αργό κύκλο γύρω του, συνέχισε να τον εξετάζει, ψηλαφώντας τη δαντέλα στους καρπούς του, αγγίζοντας το μαύρο μεταξωτό μαντίλι που ήταν περασμένο στον λαιμό του κι ανασηκώνοντας την άκρη του μανδύα του, για να εξετάσει το κέντημα. Ο Ματ τα υπέμενε όλα χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση, και το άγριο του βλέμμα συναγωνιζόταν αυτό της Τάυλιν. Μα το Φως, ούτε τα άλογα που αγόραζε δεν εξέταζε τόσο διεξοδικά! Σε λίγο, αυτή η γυναίκα θα ήθελε να τον κοιτάξει στα δόντια!

«Το αγόρι σου είπε με ποιον τρόπο τραυματίστηκε», είπε η Άναθ, κι ο τόνος της φωνής της ήταν προστακτικός και παγερός. «Αν τον θες, αγόρασέ τον και τελείωνε. Η μέρα ήταν δύσκολη και θα έπρεπε να είσαι στο κρεβάτι σου τώρα».

Η Τουόν σταμάτησε και βάλθηκε να εξετάζει το μακρόστενο δαχτυλίδι με τον σφραγιδόλιθο που είχε περασμένο στο δάχτυλό του. Ήταν σκαλισμένο κάπως πρόχειρα, απλώς για να δείξει τις ικανότητες του χαράκτη, κι απεικόνιζε μια αλεπού και δύο κοράκια που έτρεχαν ξέφρενα, ενώ τριγύρω τους υπήρχαν ημισέληνοι. Ο Ματ το είχε αγοράσει κατά τύχη, αλλά όσο περνούσε ο καιρός, του άρεσε όλο και πιο πολύ. Αναρωτήθηκε αν η κοπέλα το ήθελε. Ίσιωσε το κορμί της και τον κοίταξε κατά πρόσωπο. «Καλή η συμβουλή σου, Άναθ», είπε. «Πόσο τον πουλάς, Τάυλιν; Αν είναι ο αγαπημένος σου, πες μου μια τιμή κι εγώ θα σου δώσω τα διπλάσια».

Η Τάυλιν πνίγηκε με το κρασί της κι άρχισε να βήχει, ο δε Ματ κόντεψε να πέσει κάτω μαζί με τη μαγκούρα του. Αυτό το κορίτσι ήθελε να τον αγοράσει! Από την έκφραση στο πρόσωπό της, θα έλεγες πως τόση ώρα εξέταζε άλογο.

«Είναι ελεύθερος άνθρωπος, Υψηλή Αρχόντισσα», είπε η Τάυλιν με κάποια αστάθεια στη φωνή της, μόλις κατάφερε τελικά να μιλήσει. «Δεν... δεν μπορώ να τον πουλήσω». Ο Ματ θα ξεσπούσε σε γέλια, βλέποντας την Τάυλιν να προσπαθεί να κρατηθεί για να μην αρχίσουν να τρίζουν τα δόντια της, αν αυτή η καταραμένη η Τουόν δεν είχε ζητήσει να μάθει την τιμή του. Ελεύθερος άνθρωπος! Χα!

Η κοπέλα απομακρύνθηκε, λες κι ο Ματ έπαψε να την απασχολεί ξαφνικά. «Φοβάσαι, Τάυλιν κι, υπό το Φως, δεν θα έπρεπε». Γλίστρησε προς το κάθισμα της Τάυλιν, ανασήκωσε το πέπλο και με τα δυο της χέρια, αποκαλύπτοντας το κάτω μέρος του προσώπου της, κι έσκυψε να φιλήσει ανάλαφρα την Τάυλιν, από μία φορά σε κάθε μάτι και μία φορά στα χείλη. Η Τάυλιν έμοιαζε εμβρόντητη. «Είσαι αδελφή μου κι αδελφή της Σούροθ», είπε η Τουόν, με φωνή που ηχούσε παράδοξα ευγενική, «Εγώ η ίδια θα προσθέσω το όνομά σου σε αυτούς που ανήκουν στη Γενιά. Θα γίνεις η Υψηλή Αρχόντισσα Τάυλιν, Βασίλισσα της Αλτάρα κι ακόμα περισσότερα, όπως ακριβώς σου έχω υποσχεθεί».

Η Άναθ ρουθούνισε ηχηρά.

«Ναι, Άναθ, ξέρω», αναστέναξε το κορίτσι, ισιώνοντας το κορμί της και χαμηλώνοντας το πέπλο της. «Η μέρα ήταν δύσκολη και κοπιαστική, κι είμαι πολύ κουρασμένη. Θα δείξω όμως στην Τάυλιν ποιες περιοχές πρόκειται να της παραχωρηθούν, έτσι ώστε να τις ξέρει κι η ίδια και να ησυχάσει. Στα διαμερίσματά μου έχω διάφορους χάρτες, Τάυλιν. Θα μου κάνεις την τιμή να με συνοδεύσεις μέχρι εκεί; Έχω, επίσης, εξαιρετικές μασέζ».

«Η τιμή είναι δική μου», είπε η Τάυλιν, αν κι η φωνή της ακουγόταν λιγότερο σταθερή από πριν.

Η σο’τζίν έκανε νόημα, κι ο χρυσομάλλης άντρας έτρεξε να ανοίξει την πόρτα και να γονατίσει, κρατώντας την ανοιχτή, αν κι οι γυναίκες δεν παρέλειψαν να προβούν σε όλες αυτές τις τελετουργικές διαδικασίες, όπως να ισιώσουν και να τακτοποιήσουν τις φούστες τους, που συνήθιζαν να κάνουν πριν αποχωρήσουν, άσχετα αν ήταν Σωντσάν, Αλταρανές ή οτιδήποτε άλλο. Η κοκκινομάλλα ντα’κοβάλε, πάντως, εκτέλεσε όλο το τελετουργικό για την Τουόν και τη Σούροθ, κι ο Ματ βρήκε την ευκαιρία να τραβήξει λίγο παράμερα την Τάυλιν, αρκετά για να μην κρυφακούσει κανείς. Συνειδητοποίησε πως τα γαλανά μάτια της σο’τζίν εξακολουθούσαν να είναι καρφωμένα επάνω του, αλλά τουλάχιστον η Τουόν, που δεχόταν τις περιποιήσεις της λυγερόκορμης ντα’κοβάλε, έμοιαζε να τον έχει ξεχάσει.

«Δεν έπεσα ακριβώς», είπε μαλακά στην Τάυλιν. «Το γκόλαμ προσπάθησε να με βγάλει από τη μέση, ούτε μία ώρα πριν. Ίσως είναι καλύτερα να φύγω. Αυτό το πράγμα θέλει εμένα, κι είναι σίγουρο πως θα σκοτώσει οποιονδήποτε βρίσκεται κοντά μου». Το σχέδιο μόλις που είχε ξεπηδήσει στο μυαλό του, αλλά σκέφτηκε πως οι πιθανότητες επιτυχίας ήταν μεγάλες.