Выбрать главу

Η Τάυλιν ρουθούνισε. «Αυτό το πλάσμα —ό,τι κι αν είναι— δεν μπορεί να σου κάνει τίποτα, γουρουνάκι». Η ματιά που έριξε προς το μέρος της Τουόν ήταν τέτοια που, αν την πρόσεχε το κορίτσι, θα ξεχνούσε πως η Τάυλιν ήταν αδελφή της. «Ούτε αυτή μπορεί να σε πειράξει». Αν μη τι άλλο, ήταν αρκετά λογική για να ψιθυρίζει.

«Ποια είναι;» τη ρώτησε ο Ματ. Όπως και να έχει, έπρεπε να το διακινδυνεύσει.

«Είναι η Υψηλή Αρχόντισσα Τουόν, κι όσα ξέρεις εσύ, ξέρω κι εγώ», αποκρίθηκε με εξίσου σιγανή φωνή η Τάυλιν. «Η Σούροθ στέκεται προσοχή όταν μιλάει, και το ίδιο κάνει όταν μιλάει κι η Άναθ, αν και θα ορκιζόμουν πως η τελευταία είναι κάποιο είδος υπηρέτριας. Παράξενοι άνθρωποι, γλύκα». Ξαφνικά, ακούμπησε το δάχτυλό της στο μάγουλό του και σκούπισε λίγη λάσπη. Ο Ματ δεν είχε αντιληφθεί πως είχε λάσπες ακόμα και στο πρόσωπό του. Το βλέμμα του αετού ξεπήδησε έντονο στα μάτια της. «Θυμάσαι τις ροζ κορδέλες, γλυκούλη; Μόλις επιστρέψω, θα δούμε αν σου πηγαίνουν τα ροζ».

Βγήκε από το δωμάτιο με μια ανάλαφρη κίνηση μαζί με την Τουόν και τη Σούροθ, ενώ η Άναθ, η σο’τζίν κι η ντα’κοβάλε ακολουθούσαν κατά πόδας, αφήνοντας τον Ματ με την υπηρέτρια που έμοιαζε με γιαγιά, η οποία άρχισε να καθαρίζει το τραπεζάκι με τα κρασοπότηρα. Βυθίστηκε σε μια σκαλιστή καρέκλα από μπαμπού κι έγειρε το κεφάλι πάνω στα χέρια του.

Υπό άλλες συνθήκες, αυτές οι ροζ κορδέλες θα του προκαλούσαν άναρθρες κραυγές. Η προσπάθειά του να της πάει κόντρα ήταν λανθασμένη. Ακόμα κι η σκέψη του γκόλαμ δεν απασχολούσε πια το μυαλό του. Τα ζάρια είχαν σταματήσει και... Τι; Είχε έρθει πρόσωπο με πρόσωπο, ή πολύ κοντά τέλος πάντων, με τρεις άγνωστους ανθρώπους, αλλά μάλλον δεν ήταν αυτό που τον απασχολούσε. Ίσως είχε να κάνει με την Τάυλιν, που σύντομα θα ανήκε στη Γενιά. Ωστόσο, κι αυτό συνέβαινε πάντα λίγο πριν σταματήσουν τα ζάρια, κάτι του συνέβαινε σε προσωπικό επίπεδο.

Κάθισε εκεί, συλλογισμένος, ενώ η υπηρέτρια φώναζε σε μερικούς άλλους να τη βοηθήσουν. Έμεινε εκεί μέχρι που επέστρεψε η Τάυλιν. Δεν είχε ξεχάσει τις ροζ κορδέλες, κάτι που ήταν αρκετό από μόνο του για να ξεχάσει ο Ματ οτιδήποτε άλλο.

18

Μια Προσφορά

Οι μέρες που ακολούθησαν τη δολοφονική προσπάθεια του  γκόλαμ ήταν εξαιρετικά εκνευριστικές για τον Ματ. Η γκριζάδα του ουρανού είχε καταντήσει μόνιμη, κι η μόνη αλλαγή ήταν όταν έβρεχε.

Οι φήμες στους δρόμους έδιναν κι έπαιρναν, σχετικά με έναν άντρα που είχε βρεθεί σκοτωμένος από λύκο, με τον λαιμό ξεσκισμένο. Κανείς δεν ανησυχούσε ιδιαίτερα, απλώς ο κόσμος ήταν περίεργος_ χρόνια είχαν να εμφανιστούν λύκοι κοντά στο Έμπου Νταρ. Ο Ματ, όμως, ανησυχούσε. Μπορεί οι ντόπιοι να πίστευαν ότι ένας λύκος είχε προσεγγίσει τα τείχη της πόλης, αλλά αυτός γνώριζε κάτι παραπάνω. Το γκόλαμ δεν είχε απομακρυνθεί και πολύ. Ο Χάρναν κι οι υπόλοιποι Κοκκινόχεροι αρνούνταν πεισματικά να φύγουν, ισχυριζόμενοι πως είχαν τη δυνατότητα να καλύψουν τα νώτα του, ενώ ο Βάνιν αρνούνταν χωρίς να υπάρχει κανείς εμφανής λόγος, εκτός πιθανόν από κάποιο χαμηλόφωνο σχόλιο σχετικά με την οξυδέρκεια του Ματ για τα γρήγορα άλογα. Πάντως, δεν παρέλειψε να φτύσει ύστερα από αυτά τα λόγια. Η Ρισέλ, με το χαριτωμένο, ελαιόχρωμο πρόσωπό της, που έκανε τους άντρες να ξεροκαταπίνουν, και τα μεγάλα, πονηρά μαύρα μάτια της, που σου στέγνωναν τον λαιμό, ρώτησε να μάθει την ηλικία του Όλβερ, κι όταν ο Ματ τής είπε ότι κόντευε τα δέκα, φάνηκε να εκπλήσσεται και σούφρωσε σκεπτική τα χείλη της. Άσχετα όμως αν προέβη σε αλλαγές στα μαθήματά του, ο Όλβερ δεν έπαψε στιγμή να μουρμουρίζει, τόσο για τα στήθη της, όσο και για τα βιβλία που του διάβαζε. Ο Ματ είχε την εντύπωση πως ο Όλβερ είχε παρατήσει τις νυχτερινές παρτίδες Φιδιών κι Αλεπούδων εξαιτίας της Ρισέλ και των βιβλίων. Κι όταν ο πιτσιρίκος έβγαινε από τα διαμερίσματα που κάποτε ανήκαν στον Ματ, να σου ο Θομ, που γλιστρούσε μέσα με την άρπα παραμάσχαλα, πράγμα που από μόνο του ήταν ικανό να εξοργίσει τον Ματ, αν και δεν ήταν το μοναδικό.

Ο Θομ κι ο Μπέσλαν έβγαιναν συχνά μαζί χωρίς να τον προσκαλούν, κι έλειπαν τη μισή μέρα ή τη μισή νύχτα. Κανείς τους δεν μιλούσε σχετικά με τα σχέδιά τους, αν κι ο Θομ είχε την καλοσύνη να δείχνει κάπως αμήχανος. Ο Ματ ήλπιζε πως δεν θα σκότωναν κόσμο για το τίποτα, αλλά εκείνοι ενδιαφέρονταν ελάχιστα για τη γνώμη του. Ο Μπέσλαν, μόλις τον έβλεπε, του έριχνε άγριες ματιές. Ο Τζούιλιν εξακολουθούσε να ξεγλιστρά στα άνω διαζώματα, αλλά δεν διέφυγε την προσοχή της Σούροθ, κι έτσι το μόνο που κέρδισε ήταν να τον δέσουν με ιμάντες, να τον κρεμάσουν από τους καρπούς σε έναν πάσσαλο των στάβλων, και να τον αρχίσουν στις βουρδουλιές. Ο Ματ πρόσεξε πως ο Βάνιν ανέλαβε να περιποιηθεί τις πληγές από τον βούρδουλα —ισχυριζόταν πως το να γιατρεύεις ανθρώπους ήταν το ίδιο με το να γιατρεύεις άλογα— και τον προειδοποίησε πως την επόμενη φορά τα πράγματα θα ήταν χειρότερα, αλλά ο βλάκας επανήλθε στα άνω διαζώματα το ίδιο βράδυ, μορφάζοντας από πόνο, μια κι ένιωθε πολύ βαριά την πουκαμίσα στην πλάτη του. Μάλλον ήταν γυναικοδουλειά, αν κι ο ληστοκυνηγός αρνήθηκε να το σχολιάσει. Ο Ματ υποπτευόταν κάποια από τις ευγενείς των Σωντσάν. Αν επρόκειτο για υπηρέτρια του Παλατιού, θα μπορούσε να τον συναντήσει στα διαμερίσματά του, χωρίς την ανάμειξη του Θομ.