Το σίγουρο ήταν πως δεν επρόκειτο για τη Σούροθ, ούτε για την Τουόν, αλλά αυτές δεν ήταν οι μόνες Σωντσάν Υψηλής Γενιάς στο Παλάτι. Η πλειονότητα των Σωντσάν ευγενών ενοικίαζε δωμάτια στην πόλη, ακόμα και σπίτια ολόκληρα, αλλά δεν ήταν λίγοι αυτοί που ακολούθησαν τη Σούροθ, μια χούφτα μάλιστα από δαύτους ήρθαν μαζί με το κορίτσι. Μερικές από τις γυναίκες τους είχαν ευχάριστη όψη, παρότι ήταν οπλισμένες σαν αστακοί και παρά τα λοφία στο κεφάλι τους και τα υποτιμητικά βλέμματα που έριχναν σε οποιονδήποτε δεν είχε ξυρίσει τους κροτάφους του. Αυτό, βέβαια, σε περίπτωση που τους πρόσεχαν κάπως περισσότερο και δεν τους θεωρούσαν απλά έπιπλα. Έμοιαζε απίθανο κάποια από αυτές τις υπεροπτικές γυναίκες να ρίξει δεύτερη ματιά σε έναν άντρα που κοιμόταν στον υπηρετικό τομέα, αλλά το Φως μόνο ξέρει πόσο παράξενα είναι τα γούστα των γυναικών για τους άντρες. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να αφήσει τον Τζούιλιν μοναχό του. Όποια κι αν ήταν η γυναίκα, θα μπορούσε κάλλιστα να αποκεφαλίσει τον ληστοκυνηγό, αλλά αυτού του είδους ο πυρετός έπρεπε να καταλαγιάσει προτού ο άντρας κατόρθωνε να σκεφτεί λογικά. Οι γυναίκες έκαναν μερικές φορές περίεργα πράγματα στο μυαλό ενός άντρα.
Τα άρτι αφιχθέντα πλοιάρια άδειαζαν κόσμο, ζώα και φορτία επί μέρες ολόκληρες, σε τόσο μεγάλες ποσότητες, ώστε τα ογκώδη τείχη της πόλης θα εκρήγνυντο από την πίεση αν όλοι αυτοί παρέμεναν στο εσωτερικό της. Ωστόσο, η ροή του όχλου εξακολουθούσε αμείωτη, τόσο μέσα στην πόλη όσο και στην επαρχία, οικογένειες που κουβαλούσαν την τέχνη και το βίος τους, έτοιμες να εγκατασταθούν κάπου για τα καλά. Μαζί τους παρήλαυναν χιλιάδες στρατιώτες, διατεταγμένα τμήματα πεζικού κι ιππικού με την υπεροψία των βετεράνων, κινούμενα προς Βορρά με τις φανταχτερές αρματωσιές τους κι ανατολικά, διασχίζοντας το ποτάμι. Ο Ματ παράτησε την προσπάθεια να τους μετρήσει. Κάποιες φορές έβλεπε παράξενα πλάσματα, αν και τα περισσότερα από δαύτα δεν κουβαλούσαν φορτία κι ίπταντο πάνω από την πόλη, για να αποφύγουν τους δρόμους. Τορμ σαν γάτες σε μέγεθος αλόγων, με τρία μάτια και μπρούντζινες θωρακίσεις, προκαλούσαν ανεξέλεγκτο πανικό στα ίδια τα άλογα απλώς με την παρουσία τους, και κορλμ, σαν τριχωτά, άφτερα πουλιά, ψηλά όσο κι ένας άντρας, με μεγάλα αυτιά που συσπώνταν συνέχεια και τεράστια ράμφη που έδιναν την εντύπωση ότι λαχταρούσαν να ξεσκίσουν σάρκα, όπως επίσης και πελώρια σ’ρέντιτ, με τις μεγάλες μύτες και τους ακόμα μεγαλύτερους χαυλιόδοντες. Τα ράκεν και τα ακόμα ογκωδέστερα το’ράκεν πετούσαν από τις αποβάθρες τους, πίσω από το Ράχαντ, τεράστιες σαύρες με απλωτά, νυχτεριδόμορφα φτερά που κουβαλούσαν ανθρώπους στην πλάτη. Δεν ήταν δύσκολο να θυμάται κανείς τα ονόματα. Κάθε Σωντσάν στρατιώτης ήξερε καλά πόσο απαραίτητη ήταν η ύπαρξη ανιχνευτών στα ράκεν καθώς και την ικανότητα των κορλμ στην ανίχνευση, ενώ τα σ’ρέντιτ ήταν χρήσιμα για βαριές δουλειές ενώ τα τορμ υπερβολικά έξυπνα για να τα εμπιστεύεται κανείς. Ο Ματ έμαθε πολλά ενδιαφέροντα πράγματα από άντρες που επιθυμούσαν ό,τι κι ένας κοινός στρατιώτης, δηλαδή πιοτό, γυναίκες και τυχερά παιχνίδια, όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά. Κι οι στρατιώτες αυτοί ήταν πράγματι βετεράνοι. Το Σωντσάν ήταν μια Αυτοκρατορία μεγαλύτερη απ’ όλα τα έθνη ανάμεσα στον Ωκεανό Άρυθ και στη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου, υπό την εξουσία μίας και μοναδικής Αυτοκράτειρας αλλά με ιστορία σχεδόν συνεχόμενων επαναστάσεων κι εξεγέρσεων, που χρησίμευαν για να διατηρούν σε εγρήγορση τις ικανότητες των στρατιωτών. Με τους αγρότες, τα πράγματα ήταν δυσκολότερα.
Φυσικά, δεν έφυγαν όλοι οι στρατιώτες. Παρέμεινε μια ισχυρή φρουρά, αποτελούμενη όχι μόνο από Σωντσάν αλλά κι από σιδερόφρακτους Ταραμπονέζους λογχοφόρους κι Αμαδισιανούς ακοντιστές με θώρακες βαμμένους, για να μοιάζουν με αρματωσιές Σωντσάν. Υπήρχαν, επίσης, κι Αλταρανοί, δίπλα από τους οπλίτες του Οίκου της Τάυλιν. Σύμφωνα με τους Σωντσάν, οι Αλταρανοί από την ενδοχώρα, με τις κόκκινες ραβδώσεις που διασταυρώνονταν πάνω στις πανοπλίες τους, ανήκαν στην Τάυλιν όσο κι οι τύποι που φρουρούσαν το Παλάτι Τάρασιν, από τους οποίους η Τάυλιν, παραδόξως, δεν φαινόταν να είναι ιδιαίτερα ευχαριστημένη. Παρόμοια συναισθήματα απέναντι τους έτρεφαν κι οι άλλοι, από την ενδοχώρα. Αυτοί κι οι άντρες με τις πράσινες κι άσπρες στολές των Μίτσομπαρ αλληλοκοιτάζονταν σαν γάτες σε μικρό κλουβί. Τα αγριοκοιτάγματα έδιναν κι έπαιρναν, οι Ταραμπονέζοι με τους Αμαδισιανούς, οι Αμαδισιανοί με τους Αλταρανούς και τούμπαλιν, κι οι παλιές αλλά άσβεστες έχθρες ξεπηδούσαν στην επιφάνεια, αν και κανείς δεν προχωρούσε περισσότερο από το να κουνήσει απειλητικά τη γροθιά του ή να ξεστομίσει κάποια βρισιά. Πεντακόσιοι Φρουροί του Θανάτου είχαν βγει από τα πλοία και, για κάποιο λόγο, παρέμειναν στο Έμπου Νταρ. Τα συνήθη ποσοστά εγκληματικότητας που περιμένει κανείς σε μια μεγάλη πόλη είχαν μειωθεί δραματικά επί Σωντσάν, αλλά οι Φρουροί έκαναν διαρκώς περιπολίες στους δρόμους, λες και περίμεναν ανά πάσα στιγμή να ξεπηδήσουν από τα στενάκια πορτοφολάδες, νταήδες, ακόμα κι οπλισμένες συμμορίες ληστών. Οι Αλταρανοί, οι Αμαδισιανοί κι οι Ταραμπονέζοι κρατούσαν την ψυχραιμία τους. Κανείς δεν τα έβαζε με τους Φρουρούς του Θανάτου, εκτός αν ήταν ανόητος, κι αυτό όχι πάνω από μία φορά. Εκτός όμως από τους Φρουρούς, υπήρχε κι ένα άλλο απόσπασμα που είχε εγκατασταθεί στην πόλη, εκατό Ογκιρανοί —άκουσον, άκουσον— ντυμένοι στα κόκκινα και στα μαύρα. Κάποιες φορές περιπολούσαν μαζί με τους υπόλοιπους, ενώ άλλες περιπλανιόνταν στην τύχη, με τα τσεκούρια με τις μακριές λαβές ακουμπισμένα στους ώμους τους. Δεν έμοιαζαν καθόλου με τον φίλο του Ματ, τον Λόιαλ. Ναι, μπορεί να είχαν τις ίδιες, πλατιές μύτες, τα θυσανωτά αυτιά και τα μακριά φρύδια, που έπεφταν έως τα μάγουλα, δίπλα στα μάτια που έμοιαζαν με φλιτζάνια, αλλά οι Κηπουροί κοιτούσαν τον καθένα λες κι αναρωτιόνταν κατά πόσον ήταν απαραίτητο να του κλαδέψουν μερικά μέλη. Κανείς δεν ήταν αρκετά τρελός για να τα βάλει, έστω και μία φορά, με τους Κηπουρούς.