Η είδηση —σε όλες τις εκδοχές της— προκάλεσε αναταραχή στους Σωντσάν, όπως ένα κλαράκι αναταράζει μια μυρμηγκοφωλιά. Υψηλόβαθμοι αξιωματικοί με αυστηρά πρόσωπα περιδιάβαιναν νυχθημερόν τους διαδρόμους του Παλατιού Τάρασιν, με τις αλλόκοτες περικεφαλαίες με τα λοφία υπό μάλης και με τις μπότες τους να ηχούν έντονα στις πλάκες του δαπέδου. Οι αγγελιαφόροι πηγαινοέρχονταν από το Έμπου Νταρ πάνω σε άλογα και σε το’ράκεν, ενώ οι σουλ’ντάμ με τις νταμέην περιπολούσαν στους δρόμους αντί να κάθονται φρουροί στις πύλες, κυνηγώντας για άλλη μια φορά γυναίκες με την ικανότητα της διαβίβασης. Ο Ματ απέφευγε τα συναπαντήματα με τους αξιωματικούς κι ένευε ευγενικά στις σουλ’ντάμ όταν διασταυρωνόταν μαζί τους στον δρόμο. Όποια κι αν ήταν η κατάσταση του Ραντ, ο ίδιος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα όσο βρισκόταν εδώ, μια και, πρωτίστως, έπρεπε να βρει τρόπο να φύγει από την πόλη.
Το πρωινό που ακολούθησε τη δολοφονική επίθεση του γκόλαμ, μόλις η Τάυλιν βγήκε από τα διαμερίσματά της, ο Ματ έκαψε στο τζάκι όλο το μάτσο με τις μακρόστενες, ροζ κορδέλες, μία προς μία. Έκαψε επίσης ένα ροζ πανωφόρι, που η Τάυλιν είχε παραγγείλει να φτιάξουν ειδικά γι’ αυτόν, δύο ζευγάρια ροζ παντελόνια κι έναν ροζ μανδύα. Η βρώμα από καμένο μαλλί και μετάξι γέμισε τον χώρο κι ο Ματ άνοιξε μερικά παράθυρα, αλλά δεν τον ένοιαζε και πολύ. Αισθάνθηκε μεγάλη ανακούφιση όταν φόρεσε τα εκθαμβωτικά γαλάζια παντελόνια και το κεντητό πράσινο πανωφόρι, όπως επίσης και τον μπλε μανδύα με τα καλοδουλεμένα, εξαίσια στολίδια. Ακόμα κι όλες αυτές οι δαντέλες δεν τον ενοχλούσαν ιδιαίτερα. Τουλάχιστον, καμία δεν ήταν ροζ. Δεν ήθελε ποτέ στη ζωή του να ξαναδεί αντικείμενο με αυτό το χρώμα!
Τοποθετώντας το καπέλο στο κεφάλι του, βγήκε με άχαρα βήματα από το Παλάτι Τάρασιν, νιώθοντας μια αναζωογονημένη αποφασιστικότητα να βρει καμιά καμαρούλα, για να αποθηκεύσει όσα ήταν απαραίτητα για την απόδρασή του, ακόμα κι αν έπρεπε να επισκεφτεί κάθε καπηλειό, πανδοχείο και καταγώγιο στην πόλη από δέκα φορές το καθένα. Ακόμα κι αυτά που υπήρχαν στο Ράχαντ, κι από εκατό φορές, μάλιστα! Γκρίζοι γλάροι και θαλασσοπούλια με μαύρα φτερά έκαναν πιρουέτες στο μουντό, μολυβένιο ουρανό, που υποσχόταν κι άλλη βροχή, ενώ ένας παγερός άνεμος, που κουβαλούσε την ταγκίλα του αλατιού, μαστίγωνε την Πλατεία Μολ Χάρα, κάνοντας τους μανδύες να ανεμίζουν. Πατούσε βαριά πάνω στο λιθόστρωτο, λες και σκόπευε να το διαλύσει. Μα το Φως, εν ανάγκη, θα φορούσε ακόμα και τα ρούχα του Λούκα. Ίσως αυτός να μπορούσε να τον βοηθήσει να περάσει απαρατήρητος, σαν γελωτοποιός! Μπορεί, μάλιστα, και να επέμενε. Αν μη τι άλλο, έτσι θα βρισκόταν κοντά στην Αλούντρα και στα μυστικά της.
Δρασκέλισε την πλατεία σε όλο το πλάτος της, μέχρι που αντιλήφθηκε πως στεκόταν μπροστά σε ένα μεγάλο, λευκό κτίσμα που γνώριζε πολύ καλά. Η ένδειξη πάνω από την αψιδωτή πόρτα δήλωνε πως επρόκειτο για την Περιπλανώμενη Γυναίκα. Ένας ψηλός τύπος με κοκκινόμαυρη αρματωσιά βγήκε έξω, ενώ τρία λεπτά μαύρα λοφία ξεφύτρωναν από το μπροστινό μέρος της περικεφαλαίας που βαστούσε υπό μάλης, και περίμενε να του φέρουν το άλογό του. Είχε γκρίζους κροτάφους, ντόμπρα έκφραση, κι ούτε καν κοίταξε τον Ματ, πράγμα που κι ο Ματ απέφυγε να κάνει. Άσχετα από το πόσο ευχάριστος φαινόταν, δεν έπαυε σε τελική ανάλυση να είναι Φρουρός του Θανάτου, και μάλιστα αρχηγός των σημαιοφόρων. Η Περιπλανώμενη Γυναίκα βρισκόταν πολύ κοντά στο Παλάτι κι όλα της τα δωμάτια είχαν ενοικιαστεί από υψηλόβαθμους Σωντσάν αξιωματικούς, και γι’ αυτό τον λόγο ο Ματ δεν θεώρησε καλό να επιστρέψει πριν βεβαιωθεί πως μπορούσε να περπατήσει φυσιολογικά. Οι συνηθισμένοι Σωντσάν στρατιώτες δεν ήταν και τόσο αντιπαθητικοί —μπορούσαν να παίζουν τυχερά παιχνίδια όλη νύχια, ακόμα και να κεράσουν όταν ερχόταν η σειρά τους— αλλά οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί θα μπορούσαν να είναι ευγενείς. Ωστόσο, από κάπου έπρεπε να ξεκινήσει.
Η κοινή αίθουσα ήταν σχεδόν όπως τη θυμόταν, ψηλοτάβανη και καλοφωτισμένη από φανούς που έκαιγαν στους τοίχους, παρότι ήταν νωρίς. Συμπαγή παραθυρόφυλλα κάλυπταν τα ψηλά, αψιδωτά παράθυρα, για να κρατούν μέσα τη ζέστη, ενώ φλόγες τριζοβολούσαν και στα δύο μεγάλα τζάκια. Μια αμυδρή θολούρα από καπνό πίπας γέμιζε την ατμόσφαιρα, κι η μυρωδιά καλομαγειρεμένου φαγητού ερχόταν από τη μεριά της κουζίνας. Δύο γυναίκες με αυλούς κι ένας άντρας με ένα τύμπανο ανάμεσα στα γόνατά του έπαιζαν έναν γρήγορο και στριγκό Εμπουνταρινό σκοπό, κι ο Ματ άρχισε να κουνάει το κεφάλι του ακολουθώντας τον ρυθμό. Μέχρι στιγμής, δεν έβλεπε κάτι εξαιρετικά διαφορετικό από τότε που είχε μείνει εκεί. Όμως, όλα τα καθίσματα καταλαμβάνονταν πλέον από Σωντσάν, μερικοί εκ των οποίων φορούσαν θώρακες ενώ άλλοι μακρόστενα κεντητά πανωφόρια. Έπιναν, συζητούσαν και μελετούσαν χάρτες απλωμένους στα τραπέζια. Μια γκριζομάλλα γυναίκα με τη χαρακτηριστική φλόγα της ντερ’σουλ’ντάμ κεντημένη στον ώμο της έμοιαζε να κάνει κάποιου είδους αναφορά πάνω σε ένα τραπέζι, ενώ σε ένα άλλο μια κοκαλιάρα σουλ’ντάμ και μια στρογγυλοπρόσωπη νταμέην, που καθόταν υποτακτικά δίπλα της, φαίνονταν να λαμβάνουν διαταγές. Μερικοί Σωντσάν είχαν ξυρισμένα τα πλευρά και το πίσω μέρος του κεφαλιού τους, δίνοντας την εντύπωση ότι φορούσαν κούπες στα κρανία τους, κι όσα μαλλιά είχαν μείνει στο σβέρκο σχημάτιζαν ένα είδος φαρδιάς ουράς, που κρεμόταν μέχρι τους ώμους στους άντρες και συχνά μέχρι τη μέση στις γυναίκες. Κανείς και καμία δεν έφερε τίτλο Υψηλού Άρχοντα ή Αρχόντισσας, αλλά αυτό δεν είχε πολλή σημασία. Ένας άρχοντας ήταν άρχοντας κι, επιπλέον, οι άντρες κι οι γυναίκες που πηγαινοέρχονταν, για να φέρουν καμιά υπηρέτρια να σερβίρει ποτά, είχαν αυτή την ήρεμη έκφραση καταφρόνιας, που ήταν τόσο χαρακτηριστική μεταξύ των αξιωματικών, πράγμα που σήμαινε πως είχαν αρκετή εξουσία ώστε να προκαλέσουν προβλήματα σε κάποιον. Κάμποσοι από δαύτους πρόσεξαν τον Ματ συνοφρυωμένοι κι εκείνος ετοιμάστηκε να φύγει.