Εκείνη τη στιγμή όμως, είδε την πανδοχέα να κατεβαίνει τις σκάλες δίχως κάγκελα, στο πίσω μέρος του δωματίου, μια επιβλητική γυναίκα με μάτια σε ανοιχτό καστανό χρώμα, με μεγάλους, χρυσούς κρίκους στα αυτιά της και λίγη γκριζάδα στα μαλλιά. Ο Ματ είχε την εντύπωση πως η Σετάλε Ανάν δεν ήταν Εμπουνταρινή, ούτε καν Αλταρανή, αλλά είχε επάνω της το γαμήλιο μαχαίρι που κρεμόταν με τη λαβή προς τα κάτω από ένα ασημένιο περιλαίμιο και κατέληγε σε ένα βαθύ και στενό ντεκολτέ, όπως επίσης και μια μακρόστενη, γυριστή λεπίδα περασμένη στη μέση της. Η γυναίκα υποτίθεται πως ήξερε ότι ήταν άρχοντας, αλλά δεν ήταν διόλου σίγουρος αν εξακολουθούσε να το πιστεύει και, σε τελική ανάλυση, αν είχε κανένα νόημα να καταπιεί αυτό το παραμύθι. Όπως και να έχει, τον πρόσεξε ταυτόχρονα με εκείνον και του χαμογέλασε, ένα φιλικό κι ευχάριστο χαμόγελο, που έκανε το πρόσωπό της να μοιάζει ακόμα πιο χαριτωμένο. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ο Ματ ήταν να πάει κοντά της, να τη χαιρετήσει και, χωρίς πολλά-πολλά, να ρωτήσει για την υγεία της. Ο μυώδης σύζυγός της ήταν καπετάνιος σε ψαράδικο κι ο Ματ προτιμούσε να μη σκέφτεται πόσα σημάδια είχε επάνω του ως ενθύμια από μονομαχίες. Η γυναίκα τού ζήτησε χωρίς περιστροφές να μάθει νέα της Νυνάβε και της Ηλαίην και, προς μεγάλη του έκπληξη, τον ρώτησε αν ήξερε τίποτα για το Σόι. Ο Ματ δεν είχε ιδέα ότι η Σετάλε είχε ακούσει να μιλούν γι’ αυτό.
«Το Σόι πήγε μαζί με τη Νυνάβε και την Ηλαίην», ψιθύρισε επιφυλακτικά, κοιτώντας τριγύρω, για να βεβαιωθεί πως κανείς από τους Σωντσάν δεν τους έδινε σημασία. Ούτως ή άλλως, δεν σκόπευε να πει πολλά, αλλά το να μιλάει για το Σόι, τη στιγμή που τόσοι Σωντσάν βρίσκονταν σε απόσταση ακοής, έκανε τις τρίχες του σβέρκου του να σηκώνονται. «Απ’ όσο γνωρίζω, είναι όλες τους ασφαλείς».
«Ωραία. Πολύ θα λυπόμουν αν τους περνούσαν λαιμαριά». Ήταν τόσο ανόητη, που δεν μιλούσε καν χαμηλόφωνα!
«Ναι, πράγματι», μουρμούρισε ο Ματ, κι άρχισε να εξηγεί βιαστικά τι χρειαζόταν, πριν η γυναίκα αρχίσει να φωνάζει πόσο χαρούμενη ήταν που γυναίκες ικανές να διαβιβάζουν κατάφεραν να διαφύγουν τους Σωντσάν. Κι αυτός ήταν χαρούμενος, αλλά δεν άφηνε τη χαρά του να γίνει η αιτία που θα τον αλυσόδεναν.
Κουνώντας το κεφάλι της, η γυναίκα κάθισε στα σκαλοπάτια κι ακούμπησε τα χέρια της στα γόνατά της. Η βαθυπράσινη φούστα της, ραμμένη από την αριστερή μεριά, άφηνε να φανούν τα κόκκινα μισοφόρια. Φαίνεται πως οι Εμπουνταρινοί όντως έβαζαν κάτω τους Μάστορες όσον προς την επιλογή χρωμάτων. Ο βόμβος από τις φωνές των Σωντσάν συναγωνιζόταν τη διαπεραστική μουσική που ξεχυνόταν γύρω τους, κι η γυναίκα απέμεινε να τον κοιτάει αυστηρά. «Το πρόβλημα είναι πως δεν ξέρεις τους τρόπους μας», είπε. «Οι ωραίες κι οι ωραίοι είναι ένα παλιό κι αναγνωρισμένο έθιμο στην Αλτάρα. Δεν είναι λίγοι οι άντρες κι οι γυναίκες που, εξαιτίας αυτού του πλεονεκτήματός τους, είναι παραχαϊδευμένοι και τους γεμίζουν δώρα πριν κατασταλάξουν. Βλέπεις, όμως, μια ωραία γυναίκα μπορεί να φύγει όποτε το θελήσει. Η Τάυλιν δεν κάνει καλά που σε μεταχειρίζεται έτσι όπως έχω ακουστά. Βέβαια», πρόσθεσε συνετά, «πρέπει να παραδεχτώ ότι σε ντύνει πολύ κομψά». Έκανε μια κυκλική κίνηση με το ένα της χέρι. «Βγάλε τον μανδύα σου και κάνε μια γύρα, για να σε δω καλύτερα».