Ο Ματ πήρε μια βαθιά, ήρεμη ανάσα, κι έπειτα άλλες τρεις. Το χρώμα που έβαψε τα μάγουλά του ήταν ατόφια οργή. Όχι, δεν αναψοκοκκίνισε. Σίγουρα όχι! Μα το Φως, το ήξερε όλη η πόλη; «Υπάρχει κάποιος ελεύθερος χώρος ή όχι;» ρώτησε απαιτητικά, με πνιχτή φωνή.
Αποδείχτηκε ότι υπήρχε. Μπορούσε να χρησιμοποιήσει το γείσωμα στο κελάρι της, το οποίο, όπως του είπε, παρέμενε στεγνό ολόκληρο τον χρόνο, και μάλιστα εκεί υπήρχε και το ράφι με το μικρό κοίλωμα κάτω από το πέτρινο πάτωμα της κουζίνας, όπου κάποτε είχε κρύψει το κιβώτιο με το χρυσάφι. Το μόνο που του ζητήθηκε ως ενοίκιο ήταν να βγάλει τον μανδύα του και να κάνει μια γύρα για να τον κοιτάξει καλύτερα. Η γυναίκα μειδιούσε σαν γάτα! Μία Σωντσάν με φάτσα αρπακτικού και κυανέρυθρη αρματωσιά, απολάμβανε τόσο πολύ το θέαμα, ώστε έριξε προς το μέρος του Ματ ένα βαρύ, ασημένιο νόμισμα με παράξενα σημάδια. Στη μία πλευρά, υπήρχε ένα βλοσυρό γυναικείο πρόσωπο, και στην άλλη ένα είδος βαριάς καρέκλας.
Πάντως, είχε βρει μέρος για να αποθηκεύσει τα ρούχα και τα χρήματά του, και μόλις επέστρεψε στο Παλάτι, στα διαμερίσματα της Τάυλιν, πρόσεξε πως είχε κι άλλα ρούχα για αποθήκευση.
«Φοβάμαι πως οι ενδυμασίες του Άρχοντά μου δεν είναι σε καλή κατάσταση», είπε βαρύθυμα ο Νέριμ. Ο κοκαλιάρης, γκριζομάλλης Καιρχινός θα μπορούσε να έχει το ίδιο πένθιμο ύφος, ακόμα κι αν ανακοίνωνε πως του είχαν κάνει δώρο έναν σάκο με φλογοσταγόνες. Το μακρόστενο πρόσωπό του είχε μια μόνιμη έκφραση κατήφειας. Ωστόσο, η ματιά του ήταν μονίμως στραμμένη στην πόρτα, μη τυχόν κι επέστρεφε η Τάυλιν. «Όλα είναι βρώμικα, και φοβάμαι πως η μούχλα έχει καταστρέψει τα καλύτερα πανωφόρια σου, Άρχοντά μου».
«Βρίσκονται όλα σε μια ντουλάπα, μαζί με τα παιδικά παιχνίδια του Πρίγκιπα Μπέσλαν, Άρχοντά μου», γέλασε ο Λόπιν, τραβώντας το πέτο ενός μαύρου πανωφοριού, παρόμοιου με του Τζούιλιν. Ο καραφλός άντρας ήταν το αντίθετο του Νέριμ, ρωμαλέος αντί για καχεκτικός και σκουρόχρωμος αντί για ωχρός, ενώ η στρογγυλή του κοιλιά κουνιόταν πάνω-κάτω όταν γελούσε. Για ένα διάστημα, έπειτα από τον θάνατο του Ναλέσεν, η θλίψη του συναγωνιζόταν τη σκυθρωπότητα του Νέριμ, όπως κι οτιδήποτε άλλο, αλλά στις βδομάδες που μεσολάβησαν ανένηψε κι έγινε ξανά ο κανονικός του εαυτός. Αρκεί να μην του ανέφερε κανείς το όνομα του τέως αφέντη του. «Είναι πολύ σκονισμένα, Άρχοντά μου. Αμφιβάλλω αν άνοιξε κανείς αυτή την ντουλάπα από τότε που ο Πρίγκιπας άφησε εκεί τα στρατιωτάκια του».
Διαισθανόμενος πως η τύχη ήταν επιτέλους με το μέρος του, ο Ματ τούς είπε να πάρουν τα ρούχα του και να τα πάνε στην Περιπλανώμενη Γυναίκα, λίγα κάθε φορά, και σε κάθε διαδρομή να έχουν μαζί τους μια χούφτα χρυσάφι. Το δόρυ του με τη μαύρη λαβή, ακουμπισμένο σε μια γωνία της κρεβατοκάμαρας της Τάυλιν παρέα με το άχορδο Διποταμίτικο τόξο, θα έπρεπε να περιμένει τη σειρά του. Το να το βγάλει έξω μπορεί να αποδεικνυόταν εξίσου δύσκολο με το να βγει ο ίδιος έξω. Φυσικά, μπορούσε κάλλιστα να φτιάξει ένα καινούργιο τόξο, αλλά δεν σκόπευε να εγκαταλείψει το ασανταρέι.
Πλήρωσα μια περιουσία, και θα είναι κρίμα να το αφήσω πίσω, σκέφτηκε, ψηλαφώντας το σημάδι που έκρυβε το μαντίλι, τυλιγμένο γύρω από τον λαιμό του. Ήταν ένα από τα πρώτα του σημάδια, μεταξύ άλλων βέβαια. Μα το Φως, πόσο ωραία θα ήταν να σκέφτεται ότι τον περίμεναν πιο όμορφα πράγματα από σημάδια και μάχες που πολύ θα ήθελε να αποφύγει. Όπως επίσης και μια γυναίκα, που ούτε την ήθελε, ούτε την ήξερε καν. Σίγουρα υπήρχαν κι άλλα πράγματα στη ζωή. Πρώτα απ’ όλα, πάντως, έπρεπε να φύγει από το Έμπου Νταρ σώος κι αβλαβής. Αυτό πάνω απ’ όλα.
Ο Λόπιν κι ο Νέριμ υποκλίθηκαν κι έφυγαν με δύο γεμάτα πουγκιά κατανεμημένα σε όγκο μέσα στα ρούχα τους, έτσι ώστε να μην εξέχουν επιδεικτικά, αλλά μόλις έφυγαν, εμφανίστηκε η Τάυλιν κι απαίτησε να μάθει για ποιο λόγο οι υπηρέτες της έτρεχαν στους διαδρόμους λες και κυνηγούσαν ο ένας τον άλλον. Αν ο Ματ ένιωθε ιάσεις αυτοκτονίας, θα της έλεγε ότι αλληλοκυνηγιόνταν για το ποιος θα πρωτοφτάσει στο πανδοχείο να παραδώσει το χρυσάφι του, ή ποιος από τους δύο θα καθαρίσει πρώτος τα ρούχα του. Αντί γι’ αυτό όμως, ασχολήθηκε με το πώς θα έστρεφε την προσοχή της αλλού, και σύντομα είχε βγάλει κάθε είδους συλλογισμό από το μυαλό του, εκτός από μια αδιόρατη σκέψη ότι η τύχη του είχε επιτέλους αρχίσει να τον βοηθάει και σε άλλα πράγματα εκτός από τα τυχερά παιχνίδια. Το μόνο που χρειαζόταν τώρα, σαν κερασάκι στην τούρτα, ήταν να του δώσει η Αλούντρα όσα επιθυμούσε πριν φύγει. Η Τάυλιν επικεντρώθηκε στις ασχολίες της, και για λίγο διάστημα ο Ματ ξέχασε τα πυροτεχνήματα, την Αλούντρα και τα σχέδια για δραπέτευση. Για λίγο, τουλάχιστον.