Выбрать главу

Ύστερα από λίγη έρευνα στην πόλη, ο Ματ εντόπισε έναν καμπανοχύτη. Στο Έμπου Νταρ υπήρχαν κάμποσοι κατασκευαστές γκονγκ, αλλά μονάχα ένας καμπανοχύτης, το χυτήριο του οποίου βρισκόταν έξω από το δυτικό τείχος. Ο περί ου ο λόγος, ένας κιτρινιάρης κι ανυπόμονος τύπος, ήταν μονίμως ιδρωμένος από τη ζέστη που έβγαζε ο τεράστιος σιδερένιος φούρνος του. Το αποπνικτικό χυτήριο ήταν ένα μακρόστενο δωμάτιο, που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι αίθουσα βασανιστηρίων. Ανυψωμένες αλυσίδες κρέμονταν από τα καδρόνια της οροφής, ενώ φλόγες ξεπηδούσαν ξαφνικά από τον φούρνο, δημιουργώντας τριγύρω τρεμουλιαστές σκιές κι αφήνοντας τον Ματ μισότυφλο. Δεν προλάβαινε καλά-καλά να συνηθίσει το μετείκασμα της φλόγας που λυσσομανούσε, όταν η επόμενη έκρηξη τον ανάγκαζε να μισοκλείσει ξανά τα μάτια του. Εργάτες που έσταζαν ιδρώτα έχυναν λιωμένο μπρούντζο από το χωνευτήρι του φούρνου σε ένα τετράγωνο καλούπι, μισή φορά ψηλότερο από έναν άντρα, το οποίο, με τη βοήθεια μοχλών, είχε τοποθετηθεί σε πιο χαμηλή θέση πάνω σε κυλίνδρους. Υπήρχαν κι άλλα παρόμοια καλούπια στο πέτρινο πάτωμα, ανάμεσα σε διασκορπισμένα μικρότερα διαφόρων μεγεθών.

«Στον Άρχοντα αρέσει να αστειεύεται», είπε ο Αφέντης Σουτόμα με ένα βεβιασμένο γελάκι, αν και δεν έδειχνε διόλου να διασκεδάζει. Τα υγρά, μαύρα μαλλιά του κρέμονταν και κολλούσαν στο πρόσωπό του. Το γέλιο του ήταν εξίσου κούφιο με τα μάγουλά του, και δεν έπαυε στιγμή να κοιτάει βλοσυρός τους εργάτες του, λες κι υποψιαζόταν ότι, με το που θα έπαυε να τους παρακολουθεί, αυτοί θα στρώνονταν στον ύπνο. Βέβαια, με αυτή την αποπνικτική ζέστη, ούτε πεθαμένος δεν θα μπορούσε να κοιμηθεί. Η πουκαμίσα του Ματ σχεδόν κολλούσε επάνω του, ενώ κηλίδες ιδρώτα είχαν κάνει την εμφάνιση τους τόπους-τόπους στο πανωφόρι του. «Δεν γνωρίζω τίποτα για τους Φωτοδότες, Άρχοντά μου, κι ούτε θέλω να μάθω. Όλα αυτά είναι άχρηστα μπιχλιμπίδια, πυροτεχνήματα. Δεν είναι σαν τις καμπάνες. Συγχώρα με, Άρχοντά μου, αλλά έχω πολλή δουλειά. Η Υψηλή Αρχόντισσα Σούροθ έχει παραγγείλει δεκατρείς καμπάνες θριαμβικού τύπου, τις μεγαλύτερες που φτιάχτηκαν ποτέ, κι ο Κάλγουιν Σουτόμα θα τις κατασκευάσει!» Το γεγονός ότι επρόκειτο για θρίαμβο εναντίον της ίδιας του της πόλης δεν φαινόταν να απασχολεί τον Σουτόμα ούτε στο ελάχιστο. Αντίθετα, τον έκανε να χαμογελά και να τρίβει ευχαριστημένος τα κοκαλιάρικα χέρια του μεταξύ τους.

Ο Ματ πάσχισε να κάνει την Αλούντρα να ενδώσει, αλλά η γυναίκα ήταν τόσο ανένδοτη, που έμοιαζε κι αυτή φτιαγμένη από μπρούντζο. Βέβαια, μαλάκωσε κάπως, όταν τελικά τον άφησε να περάσει το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της, ωστόσο τα συγκλονιστικά φιλιά δεν κατάφεραν να χαλαρώσουν την αποφασιστικότητά της.

«Προσωπικά, πιστεύω πως ένας άντρας δεν χρειάζεται να ξέρει κάτι παραπάνω από τα αναγκαία», είπε ξέπνοα, καθισμένη πλάι του, σε έναν πάγκο με μαξιλαράκια, μέσα στην άμαξά της. Δεν του επέτρεψε να προχωρήσει σε κάτι παραπάνω από φιλιά, αλλά ως προς αυτά, έδειχνε μεγάλο ενθουσιασμό. Οι λεπτές, χάντρινες πλεξούδες, που συνήθιζε να έχει τον τελευταίο καιρό, είχαν γίνει μια μπερδεμένη μάζα. «Οι άντρες είναι μεγάλοι κουτσομπόληδες, έτσι δεν είναι; Όλο φλυαρούν, και στο τέλος δεν ξέρουν κι οι ίδιοι τι θα πουν την επόμενη στιγμή. Επιπλέον, ίσως όλος αυτός ο γρίφος να ήταν τέχνασμα, για να σε αναγκάσω να επιστρέψεις, ε;» Βάλθηκε να λύσει τα μαλλιά της, όπως και τα δικά του.

Ωστόσο, τα νυχτολούλουδα δεν είχαν θέση από τη στιγμή που ο Ματ τής ανέφερε τα περί αντιπροσωπείας στο Τάντσικο. Επισκέφθηκε δύο ακόμα φορές τον Αφέντη Σουτόμα, αλλά τη δεύτερη φορά βρήκε τις πόρτες κλειστές από τον καμπανοποιό. Ήταν απασχολημένος με το να φτιάξει τα καλούπια των μεγαλύτερων καμπανών που είχαν κατασκευαστεί ποτέ, και δεν θα επέτρεπε σε έναν τρελό ξένο με εξίσου τρελές ερωτήσεις να παρέμβει στο έργο του.

Η Τάυλιν έβαψε τα δύο πρώτα νύχια του κάθε χεριού πράσινα, αν και δεν ξύρισε πλευρικά το κεφάλι της, κάτι που όμως σκόπευε να κάνει, απ’ ό,τι του είπε, τραβώντας προς τα πίσω τα χυτά μαύρα μαλλιά της για να θαυμάσει τον εαυτό της στον καθρέφτη με το χρυσαφί πλαίσιο, στον τοίχο του υπνοδωματίου. Πρώτα, όμως, ήθελε να συνηθίσει στην ιδέα. Βρισκόταν στο στάδιο των διακανονισμών με τους Σωντσάν, κι ο Ματ δεν μπορούσε να την κατηγορήσει γι’ αυτό, ασχέτως αν ο Μπέσλαν ήταν μονίμως μουτρωμένος μαζί της.

Δεν υπήρχε τρόπος να υποπτευθεί κάτι η Τάυλιν για την Αλούντρα, αλλά την επόμενη μέρα από τα φιλιά που είχε ανταλλάξει ο Ματ με τη Φωτοδότρια, οι πράες υπηρέτριες εξαφανίστηκαν από τα διαμερίσματά της κι αντικαταστάθηκαν από ασπρομάλλες, σταψιδιασμένες γυναίκες. Η Τάυλιν άρχισε να κρύβει το γυριστό μαχαίρι της ζώνης της σε έναν από τους στύλους του κρεβατιού, σε μικρή απόσταση από το χέρι της, και να ρεμβάζει φωναχτά, έτσι ώστε να την ακούει, για το πόσο θα του ταίριαζαν οι διάφανοι χιτώνες των ντα’κοβάλε. Η αλήθεια ήταν πως το μαχαίρι δεν το έκρυβε μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας. Χαμογελαστές υπηρέτριες άρχισαν να τον καλούν στα διαμερίσματα της Τάυλιν, λέγοντάς του απλώς ότι η αφέντρα τους είχε καρφώσει το μαχαίρι στον στύλο, κι εκείνος άρχισε να αποφεύγει οποιαδήποτε γυναίκα φορούσε λιβρέα κι είχε στο πρόσωπο χαραγμένο ένα χαμόγελο. Όχι ότι του κακοφαινόταν που πλάγιαζε με την Τάυλιν, πέρα από το γεγονός πως επρόκειτο για βασίλισσα, ψηλομύτα όπως οποιαδήποτε άλλη αριστοκράτισσα, κι από το ότι τον έκανε να αισθάνεται σαν ποντίκι που το πασπατεύει μια γάτα. Ωστόσο, το φως της ημέρας διαρκούσε πολλές ώρες, περισσότερες απ’ όσες είχε συνηθίσει στην πατρίδα του κατά τη διάρκεια του χειμώνα, κι αναρωτήθηκε προς στιγμήν αν η γυναίκα σκόπευε να τις εκμεταλλευτεί όλες.