Ευτυχώς, η Τάυλιν περνούσε όλο και περισσότερες ώρες με τη Σούροθ και με την Τουόν. Οι διευθετήσεις της φαίνεται πως έτειναν περισσότερο προς τη φιλία, με την Τουόν τουλάχιστον. Κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να πιάσει φιλίες με τη Σούροθ. Έτσι όπως είχαν τα πράγματα, ή η Τάυλιν είχε υιοθετήσει το κορίτσι, ή το κορίτσι την Τάυλιν. Στον Ματ δεν ανέφερε και πολλά για όσα συζητούσαν, παρά μόνο του έδινε μια πολύ γενική ιδέα, πολλές φορές ούτε κι αυτήν. Οι δύο γυναίκες κλείνονταν σε ένα δωμάτιο επί ώρες ολόκληρες ή περιδιάβαιναν τους διαδρόμους του Παλατιού κουβεντιάζοντας χαμηλόφωνα ή γελώντας. Συχνά, η Άναθ ή η Σελούσια, οι χρυσομάλλες σο’τζίν της Τουόν, τις ακολουθούσαν από κοντά, όπως επίσης κι ένα ζευγάρι Φρουρών του Θανάτου με αγριεμένα βλέμματα.
Ο Ματ εξακολουθούσε να μην κατανοεί τη σχέση ανάμεσα στη Σούροθ, την Τουόν και την Άναθ. Επιφανειακά, η Σούροθ με την Τουόν συμπεριφέρονταν ως ίσες η μία προς την άλλη, αλληλοαποκαλούμενες με τα μικρά ονόματα και γελώντας η μία με τα αστεία της άλλης. Η Τουόν σίγουρα δεν είχε προστάξει ποτέ τη Σούροθ, παρόντος του Ματ τουλάχιστον, αλλά η Σούροθ έπαιρνε τις υποδείξεις της ως διαταγές. Η Άναθ, από την άλλη, γινόταν ενοχλητική απέναντι στο κορίτσι, με τη δηκτική κριτική που της ασκούσε και με το να την αποκαλεί συνεχώς ανόητη, αν όχι και κάτι χειρότερο.
«Αυτό είναι χειρότερο κι από βλακεία, κοπέλα μου», την άκουσε να λέει με ψυχρό τόνο ένα μεσημέρι, στους διαδρόμους. Η Τάυλιν δεν είχε στείλει την άξεστη πρόσκλησή της —ακόμα— κι ο Ματ προσπαθούσε να την αποφύγει όπως μπορούσε, πηγαίνοντας τοίχο-τοίχο και κρυφοκοιτάζοντας στις γωνίες. Είχε σχεδιάσει μια επίσκεψη στον Σουτόμα κι άλλη μία στην Αλούντρα. Είδε τις τρεις Σωντσάν —τέσσερις μαζί με τη Σελούσια, αλλά δεν πίστευε πως εκείνες το έβλεπαν έτσι— μαζεμένες σε ένα σημείο, μόλις έστριψε. Πασχίζοντας να έχει το νου του για καμιά χαμογελαστή υπηρέτρια, περίμενε ανυπόμονα να μετακινηθούν. Ό,τι και να έλεγαν, δεν θα το εκτιμούσαν ιδιαίτερα αν τις διέκοπτε. «Μου φαίνεται πως λίγο ξύλο θα σε βοηθήσει να βγάλεις όλες αυτές τις ανοησίες από το κεφάλι σου», συνέχισε η ψηλή γυναίκα, κι η φωνή της έμοιαζε με πάγο. «Δεν έχεις παρά να το ζητήσεις».
Ο Ματ έβαλε το δάχτυλο μέσα στο αυτί του και κούνησε το κεφάλι του. Μάλλον θα παράκουσε. Η Σελούσια στεκόταν γαλήνια με τα χέρια σταυρωμένα στη μέση και δεν φαινόταν διόλου εκνευρισμένη.
Η Σούροθ, πάντως, αισθάνθηκε να της κόβεται η ανάσα. «Είμαι σίγουρη πως θα την τιμωρήσεις γι’ αυτό!» είπε μιλώντας αργόσυρτα και θυμωμένα, ενώ τα μάτια της είχαν γίνει δυο οπές που αγριοκοίταζαν την Άναθ. Ή προσπαθούσαν, τουλάχιστον. Η ψηλή γυναίκα έδινε τόση σημασία στη Σούροθ όση θα έδινε και σε ένα έπιπλο.
«Δεν καταλαβαίνεις, Σούροθ». Ο αναστεναγμός της Τουόν έκανε το πέπλο που κάλυπτε, αλλά δεν έκρυβε εντελώς, το πρόσωπό της να ανασκιρτήσει. Έμοιαζε... αποκαρδιωμένη. Ο Ματ σοκαρίστηκε όταν έμαθε πως ήταν μόλις λίγα χρόνια νεότερή του. Ο ίδιος θα υπολόγιζε πάνω από δέκα, το λιγότερο έξι ή εφτά. «Άλλα λένε οι οιωνοί, Άναθ», είπε ήρεμα το κορίτσι, διόλου θυμωμένο. Απλώς, επεσήμανε τα γεγονότα. «Σε διαβεβαιώ πως θα σε ενημερώσω σε περίπτωση που αλλάξουν».
Κάποιος τον χτύπησε ανάλαφρα στον ώμο κι, όταν ο Ματ κοίταξε πίσω, βρέθηκε να αντικρίζει το πρόσωπο μιας υπηρέτριας που χαμογελούσε πλατιά. Η αλήθεια ήταν πως δεν ανυπομονούσε και τόσο να φύγει από εκεί.
Η Τουόν τον προβλημάτιζε. Όταν τις προσπέρασε στον διάδρομο, λύγισε ευγενικά το καλό του πόδι και σε αντάλλαγμα εκείνη τον αγνόησε εντελώς, όπως επίσης κι η Σούροθ με την Άναθ, αν και του φαινόταν πλέον πως οι συναντήσεις τους στους διαδρόμους δεν ήταν και τόσο αραιές.