Выбрать главу

Ένα απόγευμα που είχε μπει στα διαμερίσματα της Τάυλιν, έχοντας ελέγξει προηγουμένος ότι η ίδια βρισκόταν με τη Σούροθ, κλεισμένες σε ένα δωμάτιο και συζητώντας διάφορα θέματα, βρήκε στην κρεβατοκάμαρα την Τουόν να εξετάζει το ασανταρέι. Πάγωσε μόλις την είδε να ψηλαφά τις λέξεις της Παλιάς Γλώσσας, που ήταν σκαλισμένες στη μαύρη λαβή. Αμφοτέρωθεν του κειμένου, υπήρχε από ένα κοράκι φτιαγμένο από κάποιο ακόμα πιο σκούρο μέταλλο, ενώ ένα ζευγάρι κοράκια ήταν χαραγμένο στην ελαφρώς κυρτή λεπίδα. Για τους Σωντσάν, τα κοράκια αποτελούσαν Αυτοκρατορική σφραγίδα. Κρατώντας την αναπνοή του, προσπάθησε να οπισθοχωρήσει χωρίς να προξενήσει τον παραμικρό θόρυβο.

Το πεπλοφόρο πρόσωπο στράφηκε προς το μέρος του. Όμορφο πρόσωπο, μα την αλήθεια, και θα εξακολουθούσε να ήταν όμορφο, ακόμα κι αν έπαυε να έχει αυτή την έκφραση σαν να επρόκειτο να δαγκώσει ένα κομμάτι ξύλο. Δεν έμοιαζε πια με αγόρι —άλλωστε, αυτές οι σφιχτές και φαρδιές ζώνες που φορούσε πάντα, φρόντιζαν να αναδεικνύονται οι καμπύλες της— αλλά δεν είχε και πολλές διαφορές. Σπανίως έβλεπε ώριμη γυναίκα νεότερη από τη γιαγιά του και να μην του περνούσε, επιπόλαια έστω, η σκέψη πώς θα ήταν να χορέψει μαζί της, να τη φιλήσει ίσως, κι ας είχε αυτή την χαρακτηριστική καταφρόνια της Γενιάς των Σωντσάν, αλλά με την Τουόν δεν γεννιόνταν τέτοιες σκέψεις στο μυαλό του. Μια γυναίκα έπρεπε να έχει κάτι επάνω της που να αξίζει μια αγκαλιά, αλλιώς τι νόημα είχε;

«Δεν νομίζω πως η Τάυλιν θα είχε ποτέ στην κατοχή της κάτι τέτοιο», είπε η Τουόν ψυχρά κι αργόσυρτα, τοποθετώντας το δόρυ με τη μακρόστενη λάμα δίπλα στο τόξο, «συνεπώς, θα πρέπει να είναι δικό σου. Τι είναι; Πώς βρέθηκε στην κατοχή σου;» Τον εκνεύριζαν αυτές οι ψυχρές ερωτήσεις, λες κι είχε απέναντι της κάποιον υπηρέτη, η καταραμένη. Μα το Φως, απ’ όσο ήξερε, δεν γνώριζε ούτε καν πώς τον λένε! Η Τάυλιν του είχε πει πως, από τότε που πρότεινε να τον αγοράσει, η Τουόν ούτε είχε ρωτήσει τίποτα γι’ αυτόν ούτε τον είχε αναφέρει καν.

«Λέγεται δόρυ, Αρχόντισσά μου», είπε, πασχίζοντας να καταπνίξει την τάση που είχε να γείρει πάνω στο κούφωμα της πόρτας και να στηρίξει τους αντίχειρες πίσω από τη ζώνη του. Σε τελική ανάλυση, αυτή η γυναίκα ανήκε στη Γενιά των Σωντσάν. «Το αγόρασα».

«Θα σου δώσω δέκα φορές περισσότερα από την τιμή που το πήρες», είπε η Τουόν. «Πες ένα ποσό».

Ο Ματ κόντεψε να σκάσει στα γέλια. Πολύ θα το ήθελε, όχι μονάχα από απλή ευχαρίστηση, αυτό ήταν σίγουρο. Δεν τον είχε ρωτήσει καν αν το πουλάει, απλώς τον δήλωνε ότι θα το αγόραζε κι ότι πλήρωνε τόσα. «Η τιμή δεν μετριέται σε χρυσάφι, Αρχόντισσά μου». Ασυναίσθητα, το χέρι του πήγε στο μαύρο μαντίλι, για να βεβαιωθεί πως εξακολουθούσε να κρύβει το ραβδωτό σημάδι που κύκλωνε τον λαιμό του. «Μόνο ένας τρελός θα πλήρωνε για να το αγοράσει, πόσω μάλλον να δώσει δέκα φορές περισσότερα».

Τον περιεργάστηκε για μια στιγμή, ανέκφραστη παρά τη διαφάνεια του πέπλου της. Κατόπιν, φάνηκε να εξαφανίζεται σε μια στιγμή. Τον προσπέρασε με γοργά βήματα, σαν να γλιστρούσε, λες κι ο Ματ δεν βρισκόταν πια εκεί, και βγήκε από το δώμα.

Δεν ήταν η μόνη φορά που τη συνάντησε χωρίς τη συνοδεία της. Βέβαια, δεν την ακολουθούσαν πάντα η Άναθ ή η Σελούσια ή οι φρουροί, αλλά όποτε τύχαινε να αποφασίσει να γυρίσει πίσω, για να πάρει κάτι, νόμιζε ότι θα την έβλεπε εκεί να τον κοιτάει, ενώ άλλες φορές πίστευε πως θα την αντίκριζε μόλις άνοιγε την πόρτα. Πάνω από μία φορά έπιασε τον εαυτό του να κοιτάει πάνω από τον ώμο του, καθώς άφηνε το Παλάτι, και το βλέμμα του να πέφτει πάνω σε μια πεπλοφόρα φιγούρα που τον κοιτούσε από ένα παράθυρο. Όχι, βέβαια, ότι είχε κολλήσει τη ματιά της επάνω του. Τον κοίταξε φευγαλέα κι απομακρύνθηκε, λες κι ο Ματ είχε πάψει ξαφνικά να υπάρχει, αποσυρόμενη στο δωμάτιο, μόλις αντιλήφθηκε ότι ο άντρας την παρατηρούσε κι εκείνος. Γι’ αυτήν, ο Ματ ήταν κάτι σαν ορθοστάτης φανού στον διάδρομο ή σαν πέτρα στο λιθόστρωτο της Πλατείας Μολ Χάρα. Ωστόσο, εκείνος είχε αρχίσει να άγχεται. Σε τελική ανάλυση, η γυναίκα είχε προσφερθεί να τον αγοράσει, κι αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να κάνει νευρικό έναν άντρα.

Ακόμα κι η Τουόν, όμως, δεν ήταν ικανή να διαταράξει την ολοένα αυξανόμενη αίσθηση που είχε, ότι τα πράγματα άρχιζαν να στρώνουν σιγά-σιγά. Το γκόλαμ δεν επέστρεψε κι ο Ματ είχε αρχίσει να πιστεύει πως το πλάσμα στράφηκε σε αναζήτηση ευκολότερου «θερισμού». Όπως και να έχει, απέφευγε τα σκοτάδια και τα ερημικά δρομάκια, όπου θα αποτελούσε ευκολότερο στόχο για το τέρας. Μπορεί το μενταγιόν να έκανε καλή δουλειά, αλλά η αίσθηση της πολυκοσμίας βοηθούσε περισσότερο. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας του επίσκεψης στην Αλούντρα, η γυναίκα άφησε να της ξεφύγει κάτι —ήταν σίγουρος γι’ αυτό— αλλά γρήγορα ανέκτησε τον αυτοέλεγχό της και τον έδιωξε βιαστικά από την άμαξα. Αν φιλήσεις αρκετά μια γυναίκα, δεν μπορεί να σου αποκρύψει τίποτα. Έμεινε μακριά από την Περιπλανώμενη Γυναίκα, για να μην υποψιαστεί τίποτα η Τάυλιν, αλλά ο Νέριμ κι ο Λόπιν συνέχισαν να μεταφέρουν τα ρούχα του στο κελάρι του πανδοχείου. Λίγο-λίγο, το μισό περιεχόμενο του σιδηροπαγούς σεντουκιού που βρισκόταν κάτω από το κρεβάτι της Τάυλιν, διέσχισε την Πλατεία Μολ Χάρα και κατέληξε στην κρυμμένη εσοχή, κάτω από την κουζίνα του πανδοχείου.