Ωστόσο, αυτή η εσοχή είχε αρχίσει να τον προβληματίζει. Φυσικά, ήταν πολύ καλή για να κρύψει κανείς ένα σεντούκι, μια και για να το φτάσει κάποιος, θα χρειαζόταν να πελεκήσει την πέτρα. Ο ίδιος, έμενε τότε επάνω, σε κάποιο δωμάτιο του πανδοχείου. Τώρα όμως, το χρυσάφι θα μπορούσε να σκορπίσει στην τρύπα, αν η Σετάλε καθάριζε την κουζίνα. Κι αν κάποιος άρχιζε να αναρωτιέται γιατί η γυναίκα τους έδιωχνε όλους όταν έρχονταν ο Λόπιν κι ο Νέριμ; Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να ανασηκώσει την πέτρα του πατώματος, αν ήξερε που να κοιτάξει. Έπρεπε να το φροντίσει αυτό. Κατόπιν, αρκετά αργότερα, θα έπρεπε να αναρωτηθεί για ποιο λόγο δεν τον προειδοποίησαν τα καταραμένα τα ζάρια.
19
Τρεις Γυναίκες
Ο άνεμος έπνεε από τα βόρεια κι ο ήλιος δεν είχε ξεπροβάλει εντελώς στον ορίζοντα, κάτι που για τους ντόπιους πάντα σήμαινε βροχή, κι ένας συννεφιασμένος ουρανός ήταν σαφώς απειλητικός καθώς ο Ματ διάβαινε την Πλατεία Μολ Χάρα. Ο συγκεκριμένος κόσμος, άντρες και γυναίκες, που βρισκόταν στην κοινή αίθουσα της Περιπλανώμενης Γυναίκας είχε αλλάξει και τώρα πια δεν έβλεπες πουθενά σουλ’ντάμ ή νταμέην, αλλά ο χώρος εξακολουθούσε να είναι κατάμεστος από Σωντσάν και καπνό πίπας, παρ’ όλο που οι μουσικοί δεν είχαν εμφανιστεί ακόμη. Οι περισσότεροι από τους παρευρισκομένους στην αίθουσα έπαιρναν το πρωινό τους, μερικοί μάλιστα έριχναν περίεργα βλέμματα στα κύπελλα και στις γαβάθες, λες και δεν ήταν πολύ σίγουροι αν έπρεπε σώνει και καλά να φάνε το περιεχόμενό τους —άλλωστε, κάπως έτσι ένιωθε κι ο ίδιος για τον παράξενο, άσπρο χυλό, που τόσο πολύ άρεσε στους Εμπουνταρινούς για πρωινό— ωστόσο, κάποιοι δεν εστίαζαν το ενδιαφέρον τους στο φαγητό. Τρεις άντρες και μια γυναίκα με μακριούς κεντητούς χιτώνες έπαιζαν χαρτιά και κάπνιζαν πίπες σε ένα τραπέζι. Τα κεφάλια τους ήταν ξυρισμένα, σύμφωνα με τη μόδα των κατώτερων ευγενών. Τα χρυσά νομίσματα στο τραπέζι τους τράβηξαν προς στιγμήν την προσοχή του Ματ· τα στοιχήματα του παιχνιδιού φαίνονταν να είναι αρκετά υψηλά. Η μεγαλύτερη στοίβα νομισμάτων βρισκόταν μπροστά σε έναν μικροκαμωμένο, μαυρομάλλη άντρα, μελαψό σαν την Άναθ, ο οποίος κρυφογελούσε σαν αρπακτικό στους αντιπάλους του, πάνω από το μακρόστενο στέλεχος της αργυροποίκιλτης πίπας του. Ο Ματ, βέβαια, είχε το δικό του χρυσάφι, κι η τύχη του στα χαρτιά δεν ήταν τόσο καλή όσο στα ζάρια.
Η Κυρά Ανάν, πάντως, είχε πάει σε κάποια θελήματα όσο ακόμα ήταν σκοτάδι, έτσι είχε πει η κόρη της, η Μάραχ, η οποία είχε μείνει για να επιβλέπει την κατάσταση. Ήταν μια πλαδαρή αλλά ευχάριστη γυναίκα με μεγάλα, όμορφα μάτια με ανοικτοκάστανη χροιά, όπως και της μητέρας της, κι η φούστα που φορούσε ήταν ραμμένη μέχρι τη μέση του γοφού στην αριστερή πλευρά, κάτι που η Κυρά Ανάν δεν θα επέτρεπε όσο ο Ματ έμενε εκεί. Η Μάραχ δεν ευχαριστήθηκε ιδιαίτερα που τον είδε, και τον κοίταξε κάπως συνοφρυωμένη όταν την πλησίασε. Δύο άντρες είχαν πεθάνει από το χέρι του μέσα στο πανδοχείο της όσο έμενε εκεί· επρόκειτο για ληστές, βέβαια, οι οποίοι προσπάθησαν να του σπάσουν το κεφάλι, αλλά κάτι τέτοια δεν συνηθίζονταν στην Περιπλανώμενη Γυναίκα. Ήταν προφανές πως θα χαιρόταν να τον δει να φεύγει.
Η Μάραχ δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για το τι ήθελε, κι ο Ματ δεν μπήκε στον κόπο να της δώσει εξηγήσεις. Μονάχα η Κυρά Ανάν γνώριζε τι ήταν κρυμμένο στην κουζίνα, έτσι ήθελε να ελπίζει ο ίδιος τουλάχιστον, και σίγουρα δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει λόγο στην κοινή αίθουσα. Έτσι, σκαρφίστηκε μια ιστορία σχετικά με κάτι πιάτα που έχασε η μαγείρισσα και, ρίχνοντας μια ματιά σε αυτό το κραυγαλέα ραμμένο φόρεμα, άφησε να εννοηθεί πως του έλειπε που δεν την έβλεπε πιο συχνά. Δεν καταλάβαινε γιατί θεωρούνταν σκανδαλώδες να αποκαλύπτεις λίγο μισοφόρι, όταν κάθε Εμπουνταρινή κυκλοφορούσε σχεδόν γυμνόστηθη, αλλά αν η Μάραχ ένιωθε διεφθαρμένη, λίγο καλόπιασμα θα διευκόλυνε το έργο του. Της χάρισε το καλύτερο του χαμόγελο.