Выбрать главу

Χωρίς να δίνει και μεγάλη προσοχή στα λόγια του, η Μάραχ άρπαξε μια υπηρέτρια που περνούσε εκείνη την ώρα, μια γυναίκα με γατίσια μούρη και θολωμένη ματιά, την οποία ο Ματ γνώριζε καλά. «Το ποτήρι του Αρχηγού Αέρος Γιούλαν είναι σχεδόν άδειο, Κάιρα», είπε θυμωμένα η Μάραχ. «Υποτίθεται πως πρέπει να το γεμίζεις αμέσως! Αν δεν μπορείς να κάνεις σωστά τη δουλειά σου, κορίτσι μου, υπάρχουν κι άλλες στο Έμπου Νταρ που μπορούν!» Η Κάιρα, κάμποσα χρόνια μεγαλύτερη της Μάραχ, υποκλίθηκε περιπαιχτικά κι αγριοκοίταξε τον Ματ. Πριν ακόμα η Κάιρα σηκωθεί όρθια, η Μάραχ γύρισε κι άρπαξε ένα αγόρι που περπατούσε με μεγάλη προσοχή, ισορροπώντας έναν δίσκο με στοίβες από λερωμένα πιάτα. «Σταμάτα να χαζεύεις, Ρος!» τους είπε κοφτά. «Έχεις δουλειά να κάνεις. Κάν’ την, αλλιώς θα σε πάω στους στάβλους, κι εκεί δεν θα σου αρέσει καθόλου, να είσαι βέβαιος!»

Ο νεότερος αδελφός της Μάραχ την αγριοκοίταξε. «Ανυπομονώ να έρθει η άνοιξη, όταν θα μπορώ να δουλέψω και πάλι στις βάρκες», μουρμούρισε βλοσυρά. «Από τότε που παντρεύτηκε η Φρίλε, όλο τρώγεσαι με τα ρούχα σου, κι αυτό επειδή είναι μικρότερή σου κι εσένα δεν σε ζήτησε ποτέ κανείς».

Η γυναίκα πήγε να τον χτυπήσει, αλλά εκείνος την απέφυγε εύκολα, αν και τα στοιβαγμένα ποτήρια και πιάτα κροτάλισαν και κόντεψαν να πέσουν. «Γιατί δεν κρεμάς το μισοφόρι σου στις αποβάθρες;» της φώναξε, σπεύδοντας να απομακρυνθεί πριν επιχειρήσει να τον χτυπήσει ξανά.

Ο Ματ άφησε έναν αναστεναγμό μόλις η γυναίκα έστρεψε την προσοχή της επάνω του. Το κρέμασμα του μισοφοριού ήταν κάτι που δεν είχε ξανακούσει, αλλά από την έκφραση στο πρόσωπο της Μάραχ, υπέθεσε πως μάλλον ήταν προσβολή. Η γυναίκα θα πρέπει να έβραζε από μέσα της. «Αν θες να φας, πρέπει να έρθεις λίγο αργότερα. Μπορείς και να περιμένεις, αν θες, αλλά δεν ξέρω πόση ώρα θα κάνουν να σε σερβίρουν».

Το χαμόγελό της ήταν γεμάτο μοχθηρία. Κανείς δεν διάλεγε την αναμονή σε αυτήν την κοινή αίθουσα. Όλα τα καθίσματα ήταν πιασμένα από τους Σωντσάν, κι υπήρχαν αρκετοί όρθιοι, έτσι που οι υπηρέτριες με τις ποδιές προσπαθούσαν να περάσουν ανάμεσά τους με μεγάλη προσοχή, κρατώντας ψηλά δίσκους γεμάτους με φαγητά και ποτά. Η Κάιρα γέμιζε την κούπα του σκουρόχρωμου, μικροκαμωμένου άντρα, χαρίζοντας του αυτά τα πρόστυχα χαμόγελα που πρόσφερε και στον Ματ, ο οποίος δεν είχε ιδέα για ποιο λόγο τού φερόταν έτσι εχθρικά, αλλά προς το παρόν είχε τόσο πολλές γυναίκες στη ζωή του, που δεν θα τα έβγαζε πέρα και με άλλες. Και, τι στο καλό ήταν ο Αρχηγός Αέρος; Θα έπρεπε να το ψάξει. Αργότερα.

«Θα περιμένω στην κουζίνα», είπε στη Μάραχ. «Θέλω να πω στην Ένιντ πόσο απολαμβάνω τα φαγητά της».

Η Μάραχ πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά μια Σωντσάν ύψωσε τη φωνή της, απαιτώντας κρασί. Το βλέμμα της ήταν ζοφερό, φορούσε μια γαλαζοπράσινη πανοπλία, είχε μια περικεφαλαία με δύο φτερά υπό μάλης κι ήθελε το τελευταίο της ποτό εδώ και τώρα. Όλες οι υπηρέτριες ήταν απασχολημένες, οπότε η Μάραχ έκανε μία ακόμη γκριμάτσα προς το μέρος του κι έσπευσε βιαστική να εξυπηρετήσει τη γυναίκα, πασχίζοντας να χαμογελά ευχάριστα, αλλά χωρίς να το παρακάνει. Κρατώντας γερά τη μαγκούρα του, ο Ματ έκανε μια επιδεικτική υπόκλιση προς τη φιγούρα της που ξεμάκραινε.

Οι ευωδιές που είχαν αναμειχθεί με τη γλυκιά οσμή του καπνού της πίπας στην κοινή αίθουσα κάλυπταν τις οσμές της κουζίνας, το ψημένο ψάρι, το φουρνιστό ψωμί και τα κρέατα που τσιτσίριζαν στη σούβλα. Το δωμάτιο ήταν ζεστό εξαιτίας των σιδερένιων κλιβάνων, των φούρνων και της φωτιάς στο μεγάλο πλινθόκτιστο τζάκι, ενώ έξι καταϊδρωμένες γυναίκες και τρεις βοηθοί σερβιτόρου πηγαινοέρχονταν υπό τις διαταγές της αρχιμαγείρισσας. Φορώντας μια χιονάτη ποδιά σαν να ήταν επίσημος χιτώνας, και κραδαίνοντας μια ξύλινη κουτάλα με μακριά λαβή, λες κι ηγεμόνευε στο βασίλειό της, η Ένιντ ήταν η στρογγυλότερη γυναίκα που είχε δει ποτέ του ο Ματ. Του έδινε την εντύπωση πως, ακόμα και να ήθελε, ήταν αδύνατον να την αγκαλιάσει. Η γυναίκα τον αναγνώρισε αμέσως κι ένα τσαχπίνικο μειδίαμα χώρισε στα δύο το πλατύ, ελαιόχρωμο πρόσωπό της.

«Λοιπόν, είδες τελικά όχι είχα δίκιο», του είπε, στρέφοντας προς το μέρος του την ξύλινη κουτάλα. «Λάθος πεπόνι ζούληξες κι αποδείχτηκε πως ήταν σκορπίνα μεταμφιεσμένη κι εσύ ένα πλαδαρό γουρουνάκι». Έγειρε πίσω το κεφάλι της κι έσκασε στα γέλια.

Ο Ματ χαμογέλασε ζορισμένα. Αίμα και στάχτες! Όλοι το ήξεραν πια; Πρέπει να φύγω το συντομότερο από αυτή την καταραμένη πόλη, σκέφτηκε μελαγχολικά, ειδάλλως θα γελούν μαζί μου μια ζωή ολόκληρη!

Ξαφνικά, ο φόβος του για το χρυσάφι άρχισε να φαντάζει παράλογος. Η γκρίζα πλάκα του δαπέδου, μπροστά στους φούρνους, έμοιαζε γερή και δεν διέφερε καθόλου από τις υπόλοιπες της κουζίνας. Έπρεπε να ξέρεις το κόλπο για να την ανασηκώσεις. Κι ένα νόμισμα μονάχα να χανόταν στη μεταφορά, ο Λόπιν κι ο Νέριμ θα του το έλεγαν. Άσε που το πιθανότερο ήταν πως, αν κάποιος προσπαθούσε να διαπράξει ληστεία μέσα στο πανδοχείο της, η Κυρά Ανάν θα εντόπιζε τον ένοχο και θα τον έγδερνε ζωντανό. Ίσως ήταν καλύτερα να φύγει. Μπορεί η δύναμη της θέλησης της Αλούντρα να ήταν πιο ευάλωτη αυτή την ώρα, ίσως μάλιστα να του πρόσφερε και πρωινό. Είχε ξεγλιστρήσει από το Παλάτι χωρίς να περιμένει να φάει.