Προκειμένου να μην τραβήξει την περιέργεια σχετικά με την επίσκεψή του, είπε στην Ένιντ πόσο πολύ απόλαυσε τα επίχρυσα ψάρια της, τα οποία ήταν κλάσης ανώτερα αυτών που σερβίρονταν στο Παλάτι Τάρασιν, κι αυτό δεν ήταν διόλου υπερβολή. Η Ένιντ έκανε θαύματα στην κουζίνα. Η γυναίκα έλαμψε από χαρά και, προς μεγάλη του έκπληξη, πήρε ένα από το φούρνο, το τοποθέτησε σε μια πιατέλα και του το έδωσε. «Όποιος το παρήγγειλε στην αίθουσα, ας περιμένει», του είπε, κι ακούμπησε την πιατέλα στην άκρη του μακρόστενου τραπεζιού. Μια κίνηση με την κουτάλα της ήταν αρκετή, ώστε να φέρει ένας ρωμαλέος βοηθός ένα σκαμνί.
Ο Ματ απέμεινε να κοιτάει τον πλευρονήκτη με τη χρυσή κρούστα, κι αισθάνθηκε να του τρέχουν τα σάλια. Το πιθανότερο ήταν πως η Αλούντρα δεν θα ήταν τόσο αδύναμη τώρα από οποιαδήποτε άλλη φορά. Κι αν αναστατωνόταν επειδή την ενόχλησαν τόσο νωρίς, μπορεί να μην του πρόσφερε καν πρωινό. Το στομάχι του γουργούριζε ηχηρά. Κρεμώντας τον μανδύα του σε ένα άγκιστρο δίπλα στην πόρτα της αυλής των στάβλων και στηρίζοντας από κάτω τη μαγκούρα του, δίπλωσε το καπέλο του κάτω από το σκαμνί κι ανασήκωσε τα δαντελωτά μανίκια, για να μη λερωθούν στην πιατέλα.
Όταν η Κυρά Ανάν πέρασε την πόρτα της αυλής, ταρακουνώντας τον μανδύα της και σκορπίζοντας σταγόνες βροχής στο πάτωμα, δεν είχαν μείνει και πολλά, πέρα από μια ταγκή γεύση στη γλώσσα του και μερικά άσπρα κόκαλα στην πιατέλα. Είχε μάθει να απολαμβάνει κάμποσα παράξενα πράγματα από τότε που πάτησε το πόδι του στο Έμπου Νταρ, αφήνοντας τους άλλους να τον κοιτάνε χωρίς να ενοχλείται.
Καθώς ο Ματ σκούπιζε το στόμα του με μια λινή πετσέτα, άλλη μία γυναίκα γλίστρησε πίσω από την Ανάν. Έκλεισε γρήγορα την πόρτα πίσω της, αλλά ούτε έβγαλε από πάνω της τον μουσκεμένο μανδύα, ούτε τράβηξε προς τα πίσω την κουκούλα, που ήταν ριγμένη πάνω στο κεφάλι της. Ο Ματ σηκώθηκε, έριξε μια σύντομη ματιά στο πρόσωπο μέσα από την κουκούλα και παραλίγο να αναποδογυρίσει το σκαμνί. Πίστευε ότι έκρυψε την έκπληξη του καθώς υποκλινόταν στις γυναίκες, αλλά το κεφάλι του γύριζε.
«Ευτυχώς που σε πετύχαμε εδώ, Άρχοντά μου», είπε ζωηρά η Κυρά Ανάν, πασάροντας τον μανδύα της σε έναν βοηθό. «Ειδάλλως, θα έστελνα κάποιον να σε φωνάξει. Ένιντ, καθάρισε την κουζίνα, σε παρακαλώ, και πρόσεχε την πόρτα. Πρέπει να κουβεντιάσω ιδιαιτέρως με τον νεαρό άρχοντα».
Η μαγείρισσα οδήγησε με ζωηρές κινήσεις τους βοηθούς έξω, στην αυλή των στάβλων, και παρά τη μουρμούρα τους περί βροχής και τα παράπονά τους ότι θα καιγόταν το φαγητό, ήταν ολοφάνερο πως είχαν συνηθίσει σε τέτοια μεταχείριση, όπως κι η ίδια η Ένιντ εξάλλου, η οποία δεν έριξε καν δεύτερη ματιά στην Κυρά Ανάν και στη σύντροφό της, παρά μόνο βγήκε βιαστικά από την πόρτα στο καθιστικό, ανεμίζοντας τη μακρόστενη κουτάλα σαν σπαθί.
«Τι έκπληξη», είπε η Τζολίνε Μέιζα, ρίχνοντας πίσω την κουκούλα της. Το σκούρο μάλλινο φόρεμά της, με το βαθύ ντεκολτέ σε ντόπιο στυλ, ήταν χαλαρό επάνω της κι έμοιαζε φθαρμένο και ξεφτισμένο, κάτι που δεν θα έλεγες όμως πως οφειλόταν στην ανέμελη ιδιοσυγκρασία της. «Όταν μου ανέφερε η Κυρά Ανάν ότι ήξερε έναν άντρα που θα μπορούσε να με πάρει μαζί του φεύγοντας από το Έμπου Νταρ, δεν πήγε το μυαλό μου ότι μπορεί να ήσουν εσύ». Χαριτωμένη και καστανομάτα, είχε ένα χαμόγελο σχεδόν εξίσου θερμό με της Κάιρα, κι ένα αγέραστο πρόσωπο που φώναζε από μακριά ότι ήταν Άες Σεντάι. Κι όλα αυτά, με μερικές ντουζίνες Σωντσάν από την άλλη μεριά της πόρτας, που τους φρουρούσε μια μαγείρισσα με μια κουτάλα.
Βγάζοντας τον μανδύα της, η Τζολίνε στράφηκε να τον κρεμάσει σε ένα από τα άγκιστρα, κι από το λαρύγγι της Κυράς Ανάν ακούστηκε ένας θυμωμένος ήχος. «Δεν είναι ακόμα ασφαλές, Τζολίνε», είπε, κι ακουγόταν λες και μιλούσε σε κάποια θυγατέρα της παρά σε μια Άες Σεντάι. «Μέχρι να βεβαιωθούμε ότι...»
Ξαφνικά, μια αναταραχή ακούστηκε από την πόρτα που έβγαζε στην κοινή αίθουσα. Η Ένιντ διαμαρτυρόταν έντονα ότι δεν επιτρεπόταν να μπει κανείς στην κουζίνα, και μια δυνατή φωνή με τη χαρακτηριστική προφορά των Σωντσάν απαιτούσε να κάνει στην άκρη.
Αγνοώντας το πόδι του, που διαμαρτυρόταν, ο Ματ κινήθηκε γρηγορότερα από ποτέ, αρπάζοντας την Τζολίνε από τη μέση κι ορμώντας προς τον πάγκο, δίπλα στην πόρτα που οδηγούσε στην αυλή των στάβλων, βάζοντας την Άες Σεντάι να κάτσει πάνω στα γόνατά του. Αγκαλιάζοντας τη σφιχτά, προσποιήθηκε πως τη φιλούσε. Ήταν κάπως αλλόκοτος τρόπος να προσπαθήσει να κρύψει το πρόσωπό της, αλλά το μόνο που σκέφτηκε ο Ματ ήταν να ρίξει τον μανδύα πάνω στο κεφάλι της. Η γυναίκα άφησε μια άναρθρη, αγανακτισμένη κραυγή, αλλά ο τρόμος έκανε τα μάτια της να γουρλώσουν μόλις άκουσε τη φωνή των Σωντσάν, και μέσα σε μια στιγμή είχε τυλίξει τα χέρια της γύρω του. Προσευχόμενος να μην τον εγκαταλείψει η τύχη του, ο Ματ παρακολουθούσε την πόρτα να ανοίγει. Εξακολουθώντας να διαμαρτύρεται έντονα, η Ένιντ οπισθοχώρησε μέσα στην κουζίνα, χτυπώντας με την κουτάλα της τον σο’τζίν με τον βρεγμένο μανδύα, που του κρεμόταν στην πλάτη, ο οποίος την έσπρωχνε μπροστά. Ήταν ένας γεροδεμένος και κατηφής άντρας με ένα υπόλειμμα πλεξούδας, που δεν έφτανε καν στους ώμους του, κι απέκρουε τα περισσότερα χτυπήματά της με το ελεύθερο χέρι, ενώ έμοιαζε να αγνοεί τα λίγα που δεν κατόρθωνε να αποκρούσει. Ήταν ο πρώτος γενειοφόρος σο’τζίν που έβλεπε ο Ματ. Ο άντρας τον λοξοκοίταξε, διατρέχοντας με τα δάχτυλά του την απόσταση από τη δεξιά πλευρά του πηγουνιού του μέχρι την αριστερή, σταματώντας απότομα στα μισά του αυτιού του. Μια ψηλή γυναίκα με διαπεραστικά, γαλάζια μάτια και με χλωμό αλλά αυστηρό πρόσωπο τον ακολουθούσε, παραμερίζοντας έναν περίτεχνα κεντημένο γαλάζιο μανδύα, δεμένο στον λαιμό της από μια μεγάλη ασημένια καρφίτσα σε σχήμα ξίφους, για να αποκαλύψει ένα πλισαρισμένο φόρεμα σε αχνότερο γαλάζιο χρώμα. Τα κοντά, μαύρα της μαλλιά ήταν κομμένα έτσι, ώστε να σχηματίζουν μια κούπα στο μέσον του κεφαλιού της, ενώ τα υπόλοιπα ήταν ξυρισμένα μέχρι πάνω από τα αυτιά της. Ωστόσο, ήταν καλύτερη από μια σουλ’ντάμ με την νταμέην της. Κάπως καλύτερη, δηλαδή. Αντιλαμβανόμενη πως η μάχη είχε χαθεί, η Ένιντ απομακρύνθηκε από τον άντρα, αλλά από τον τρόπο που άδραχνε την κουτάλα της και τον αγριοκοίταζε, θα έλεγε κανείς πως έτοιμη ήταν να πηδήσει ξανά επάνω του μέσα σε μια στιγμή, με το που θα τη διέταζε η Κυρά Ανάν.