«Ένας τύπος, εκεί έξω, μας είπε πως πρόσεξε την πανδοχέα να μπαίνει από πίσω», ανακοίνωσε ο σο’τζίν. Κοιτούσε τη Σετάλε, αλλά έριχνε κι επιφυλακτικές ματιές προς το μέρος της Ένιντ. «Αν είσαι η Σετάλε Ανάν, μάθε πως ενώπιον σου βρίσκεται η Κυβερνήτρια του Πρασίνου Αρχόντισσα Εγκήνιν Τάμαραθ, η οποία έχει στην κατοχή της μια διαταγή για τα δωμάτια, υπογεγραμμένη από την ίδια την Υψηλή Αρχόντισσα Σούροθ Σάμπελε Μέλνταραθ». Ο τόνος της φωνής του άλλαξε κι έγινε λιγότερο απαγγελτικός. Τώρα, ακουγόταν σαν κάποιος που απλώς ζητούσε κατάλυμα. «Υπ’ όψιν ότι τα δωμάτια πρέπει να είναι τα καλύτερα, με άνετα κρεβάτια, θέα στην πλατεία και τζάκι χωρίς καπνιά».
Ο Ματ αναπήδησε ξαφνιασμένος μόλις μίλησε ο άντρας, κι η Τζολίνε, νομίζοντας ίσως πως κάποιος ερχόταν προς το μέρος τους, γόγγυξε φοβισμένα καθώς τον φιλούσε. Τα μάτια της έλαμπαν από δάκρυα που δεν είχαν ξεπηδήσει ακόμα, κι έτρεμε στην αγκαλιά του. Η Αρχόντισσα Εγκήνιν Τάμαραθ έριξε μια ματιά στον πάγκο όταν άκουσε το βογκητό της Τζολίνε, κατόπιν μόρφασε με απέχθεια κι έστρεψε αλλού το βλέμμα της, για να μην κοιτάει το ζευγάρι. Ωστόσο, αυτός που τράβηξε το ενδιαφέρον του Ματ ήταν ο άντρας. Πώς στο καλό ένας Ιλιανός είχε καταλήξει να γίνει σο’τζίν; Άσε που η φυσιογνωμία του του φαινόταν γνωστή. Το πιθανότερο ήταν πως επρόκειτο για ένα ακόμα από αυτά τα χιλιάδες, νεκρά από καιρό, πρόσωπα που ανακαλούσε συνεχώς στη μνήμη του.
«Είμαι η Σετάλε Ανάν, και τα καλύτερα δωμάτιά μου είναι κατειλημμένα από τον Αρχηγό Αέρος Άρχοντα Άμπαλνταρ Γιούλαν», είπε ήρεμα η Κυρά Ανάν, χωρίς να φοβάται στο παραμικρό σο’τζίν ή Γενιά. Σταύρωσε τα χέρια της κάτω από τα στήθη της. «Τα αμέσως επόμενα καλύτερα δωμάτια είναι κατειλημμένα από τον Λαβαροφόρο Στρατηγό Φούριουκ Καρέντε. Των Φρουρών του Θανάτου. Δεν ξέρω κατά πόσον μια Κυβερνήτρια του Πρασίνου θεωρείται ανώτερή τους, αλλά όπως και να έχει, θα πρέπει να βρείτε μεταξύ σας ποιος θα μείνει και ποιος θα τακτοποιηθεί αλλού. Πάγια τακτική μου είναι να μη διώχνω Σωντσάν πελάτες, αρκεί να πληρώνουν το νοίκι».
Ο Ματ σφίχτηκε από τη νευρικότητα, αναμένοντας την έκρηξη —η Σούροθ ήταν ικανή να τη μαστιγώσει ακόμα και για τα μισά απ’ όσα είπε!— αλλά η Εγκήνιν χαμογέλασε. «Ευχαρίστησή μου να διαπραγματεύομαι με κάποια που διαθέτει κότσια», είπε με την αργόσυρτη προφορά της. «Μου φαίνεται πως θα τα πάμε μια χαρά, Κυρά Ανάν, αρκεί να μην το παρακάνεις. Ο Καπετάνιος προστάζει και το πλήρωμα υπακούει, αλλά ποτέ μου δεν ανάγκασα κανέναν να συρθεί στο κατάστρωμα». Ο Ματ συνοφρυώθηκε. Στο κατάστρωμα. Κατάστρωμα πλοίου, εννοούσε. Για ποιο λόγο ένιωθε κάτι να τον τσιγκλάει στο κεφάλι του; Αυτές οι παλιές αναμνήσεις γίνονταν ενοχλητικές μερικές φορές.