Выбрать главу

Η Κυρά Ανάν συγκατένευσε, χωρίς να πάρει στιγμή τη σκοτεινή ματιά της από τα γαλανά μάτια της Σωντσάν. «Όπως ορίζετε, Αρχόντισσά μου. Ελπίζω, όμως, να μην ξεχνάτε πως η Περιπλανώμενη Γυναίκα είναι το δικό μου καράβι». Ευτυχώς για την ίδια, η Σωντσάν είχε καλή αίσθηση του χιούμορ. Γέλασε.

«Σε αυτή την περίπτωση, είσαι εσύ η καπετάνισσα του πλοίου», χασκογέλασε, «κι εγώ η Καπετάνισσα του Χρυσού». Ό,τι κι αν σήμαινε αυτό. Αναστενάζοντας, η Εγκήνιν κούνησε το κεφάλι της. «Η αλήθεια είναι πως, απ’ όσο φαντάζομαι, δεν υπάρχουν πολλοί κατώτεροί μου εδώ, αλλά η Σούροθ με θέλει κοντά της, κι έτσι κάποιοι πρέπει να αποχωρήσουν και κάποιοι άλλοι να αποσυρθούν, εκτός αν θέλουν να πληρώσουν και ποινές». Συνοφρυώθηκε ξαφνικά, κοιτώντας πότε τον Ματ και πότε την Τζολίνε, ενώ τα χείλη της σούφρωσαν από απέχθεια. «Σου έχω εμπιστοσύνη ότι δεν θα αφήσεις να συμβεί κάτι τέτοιο, Κυρά Ανάν, ε;»

«Σας διαβεβαιώ πως παρόμοια πράγματα δεν θα ξανασυμβούν κάτω από αυτή τη στέγη», αποκρίθηκε ήρεμα η ιδιοκτήτρια του πανδοχείου.

Ο σο’τζίν ατένιζε βλοσυρός τον Ματ, όπως επίσης και τη γυναίκα στα γόνατα του, κι η Εγκήνιν χρειάστηκε να του τραβήξει το μανίκι του πανωφοριού του, ώστε να αναπηδήσει ξαφνιασμένος και να την ακολουθήσει στο καθιστικό. Ο Ματ γρύλισε περιφρονητικά. Ο τύπος μπορούσε να προσποιείται όσο ήθελε ότι ήταν το ίδιο θυμωμένος με την κυρά του— ο Ματ, ωστόσο, είχε ακούσει να μιλούν για τις γιορτές του Ίλιαν, οι οποίες ήταν εξίσου άσχημες με τις γιορτές του Έμπου Νταρ, όπου ο κόσμος έτρεχε σαν παλαβός, άλλοι μισοντυμένοι κι άλλοι σχεδόν γυμνοί. Δεν διέφεραν και πολύ από ντα’κοβάλε ή από εκείνες τις θαλασσινές χορεύτριες, για τις οποίες με τόσο θαυμασμό μιλούσαν οι στρατιώτες.

Προσπάθησε να κατεβάσει την Τζολίνε από τα γόνατά του μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω από τους δύο Σωντσάν, αλλά η γυναίκα έμεινε γαντζωμένη επάνω του και βύθισε το πρόσωπό της στον ώμο του, μυξοκλαίγοντας. Η Ένιντ αναστέναξε βαριά κι έγειρε πάνω στο τραπέζι εργασίας, λες και τα κόκαλά της είχαν γίνει νερό. Ακόμα κι η Κυρά Ανάν έμοιαζε αναστατωμένη. Κάθισε βαριά πάνω στο σκαμνί που είχε χρησιμοποιήσει ο Ματ, κι ακούμπησε το κεφάλι στα χέρια της, αλλά μονάχα για μια στιγμή, Κατόπιν, στάθηκε πάλι όρθια.

«Μέιρα έως το πενήντα κι έπειτα φέρ’ τους όλους μέσα, για να μην βρέχονται, Ένιντ», είπε κοφτά. Κανείς δεν θα συμπέρανε πως, μόλις ένα λεπτό πριν, αυτή η γυναίκα έτρεμε. Μαζεύοντας τον μανδύα της Τζολίνε από το άγκιστρο, πήρε ένα μακρόστενο πελεκούδι από ένα κουτί, στο τζάκι, κι έσκυψε για να το ανάψει στις φλόγες, κάτω από τη σούβλα. «Θα είμαι στο κελάρι, αν χρειαστείς τίποτα, αλλά αν με ζητήσει κανείς, δεν έχεις ιδέα πού βρίσκομαι. Μέχρι νεωτέρας, κανείς δεν θα κατέβει εκεί κάτω, εκτός από εμένα κι εσένα». Η Ένιντ συγκατένευσε, λες κι αυτά τα άκουγε κάθε μέρα. «Φέρ’ την», είπε η πανδοχέας στον Ματ, «και μη χασομεράς. Αν χρειαστεί, κουβάλα την».

Πράγματι, χρειάστηκε να την κουβαλήσει. Εξακολουθώντας να μυξοκλαίει άηχα, η Τζολίνε δεν χαλάρωσε στιγμή τη λαβή της, ούτε καν ανασήκωσε το κεφάλι της από τους ώμους του. Δόξα στο Φως, η γυναίκα δεν ήταν βαριά, αλλά ένας αμυδρός πόνος άρχισε να ενοχλεί το πόδι του καθώς ο Ματ ακολουθούσε την Κυρά Ανάν προς την πόρτα του κελαριού μαζί με το φορτίο του. Παρά τους παλμούς του πόνου, θα το απολάμβανε, αν η Κυρά Ανάν δεν πήγαινε με το πάσο της.

Λες και δεν υπήρχαν Σωντσάν σε απόσταση εκατό μιλίων, άναψε έναν φανό πάνω σε ένα ράφι, πλάι στη βαριά πόρτα, κι έσβησε προσεκτικά το πελεκούδι πριν τοποθετήσει στη θέση του το ψηλό, γυάλινο πρέκι. Κατόπιν, ακούμπησε το πελεκούδι, που κάπνιζε ακόμα, σε έναν μικρό τσίγκινο δίσκο. Έβγαλε χωρίς βιασύνη ένα μακρόστενο κλειδί από το σακίδιο της ζώνης της, ξεκλείδωσε τη σιδερένια κλειδαριά και του έκανε νόημα να περάσει. Τα σκαλοπάτια, λίγο πιο πέρα, ήταν αρκετά φαρδιά για να χωρέσει βαρέλι, αλλά ήταν κι απότομα και χάνονταν στο σκοτάδι. Ο Ματ την υπάκουσε, αλλά στάθηκε στο δεύτερο σκαλί ενώ αυτή τραβούσε την πόρτα, για να κλείσει, και την κλείδωνε. Την περίμενε να μπει επικεφαλής, για να κρατάει τον φανό ψηλά. Το μόνο που του έλειπε τώρα ήταν να σκοντάψει και να πέσει.

«Το κάνεις συχνά αυτό;» ρώτησε, μετακινώντας πάνω στα χέρια του την Τζολίνε. Η γυναίκα είχε σταματήσει να κλαίει, αλλά δεν έπαψε στιγμή να τον κρατάει σφιχτά και να τρέμει. «Εννοώ, να κρύβεις Άες Σεντάι».

«Άκουσα να ψιθυρίζεται πως υπάρχει μία ακόμη αδελφή στην πόλη», αποκρίθηκε η Κυρά Ανάν, «και κατάφερα να την ξετρυπώσω πριν από τους Σωντσάν. Δεν μου πήγαινε να αφήσω στα χέρια τους μια αδελφή». Έριξε μια αγριεμένη ματιά πάνω από τον ώμο της, σαν να τον προκαλούσε να διαφωνήσει, πράγμα που ο Ματ πολύ θα ήθελε, αλλά δεν έβρισκε τα κατάλληλα λόγια. Υπέθεσε πως, αν είχε τη δυνατότητα, θα μπορούσε να βοηθήσει τους πάντες να το σκάσουν από τους Σωντσάν, κι άλλωστε χρωστούσε μεγάλη χάρη στην Τζολίνε Μέιζα.