Η Περιπλανώμενη Γυναίκα ήταν ένα πανδοχείο με μεγάλα αποθέματα, και το σκοτεινό κελάρι ήταν τεράστιο. Ολόκληροι διάδρομοι εκτείνονταν ανάμεσα στα βαρέλια με τα κρασιά και τις μπύρες, που ήταν στοιβαγμένα κατά μήκος του, ενώ ψηλά τεφροκύανα δοχεία με πατάτες και γογγύλια υψώνονταν από το πέτρινο δάπεδο. Υπήρχαν, ακόμα, σειρές από πανύψηλα ράφια με σακιά αποξηραμένων φασολιών, μπιζελιών και πιπεριών, όπως επίσης και λόφοι ολόκληροι από ξύλινα καφάσια, που το Φως μόνο ξέρει τι περιείχαν. Δεν υπήρχε πολλή σκόνη, αλλά ο αέρας είχε αυτή τη στεγνή οσμή, την τόσο συνηθισμένη σε ασφυκτικά γεμάτες αποθήκες.
Ο Ματ εντόπισε τα ρούχα του, προσεκτικά διπλωμένα πάνω σε ένα καθαρό ράφι —εκτός κι αν κάποιος άλλος συνέλεγε ρουχισμό εδώ κάτω— αλλά δεν είχε την ευκαιρία να τα δει από κοντά. Η Κυρά Ανάν τον οδήγησε στην άλλη άκρη του κελαριού, όπου ακούμπησε μαλακά την Τζολίνε σε ένα αναποδογυρισμένο βαρελάκι. Χρειάστηκε να τραβήξει τα χέρια της από πάνω του για να την αφήσει κουλουριασμένη εκεί. Ρουφώντας ηχηρά τη μύτη της, η γυναίκα τράβηξε ένα μαντιλάκι από το μανίκι της και σκούπισε τα κοκκινισμένα της μάτια. Έτσι όπως ήταν, με το πρόσωπο μουτζουρωμένο, για να μην αναφέρουμε το φθαρμένο της φόρεμα, ανταποκρινόταν ελάχιστα στην εικόνα μιας Άες Σεντάι.
«Της έχουν σπάσει τα νεύρα», είπε η Κυρά Ανάν, τοποθετώντας τη λάμπα πάνω σε ένα βαρέλι, που ήταν επίσης αναποδογυρισμένο και χωρίς βούλωμα. Υπήρχαν κι άλλα άδεια βαρέλια σκόρπια στο πάτωμα, ενώ άλλα πάλι είχαν μετακινηθεί, περιμένοντας την επιστροφή τους στον ζυθοποιό. Ήταν ο μοναδικός άδειος χώρος που είχε δει ο Ματ στο κελάρι. «Από τότε που ήρθαν οι Σωντσάν, κρύβεται. Τις τελευταίες μέρες, οι Πρόμαχοί της αναγκάστηκαν να τη μετακινήσουν κάμποσες φορές από ένα μέρος σε ένα άλλο, όταν οι Σωντσάν αποφάσισαν να ψάχνουν και κτήρια, αντί μονάχα δρόμους. Ε, με όλα αυτά, πώς είναι δυνατόν να μη σπάσουν τα νεύρα κάποιου; Ωστόσο, αμφιβάλλω αν θα μπουν στον κόπο να ψάξουν εδώ».
Αναλογιζόμενος όλους εκείνους τους αξιωματικούς πάνω, ο Ματ έπρεπε να παραδεχθεί πως η γυναίκα είχε μάλλον δίκιο. Πάντως, πολύ ευχαριστήθηκε που δεν έπαιρνε ο ίδιος το ρίσκο. Κάθισε οκλαδόν μπροστά στην Τζολίνε, μουγκρίζοντας από μια σουβλιά πόνου στο πόδι του. «Αν μπορώ, θα σε βοηθήσω», είπε. Δεν είχε ιδέα πώς, αλλά υπήρχε κι εκείνο το χρέος. «Να θεωρείς τυχερό τον εαυτό σου, που κατάφερες να τους αποφύγεις όλο αυτόν τον καιρό. Η Τέσλυν δεν στάθηκε τόσο τυχερή».
Τραβώντας το μαντίλι από τα μάτια της, η Τζολίνε τού έριξε ένα άγριο βλέμμα. «Τυχερή;» ρώτησε θυμωμένη, σαν να έφτυνε τη λέξη. Αν δεν ήταν Άες Σεντάι, ο Ματ θα έλεγε πως ήταν σκυθρωπή, έτσι όπως έβλεπε το κάτω χείλος της να εξέχει. «Θα μπορούσα κάλλιστα να ξεφύγω! Απ’ ό,τι κατάλαβα, την πρώτη εκείνη μέρα επικρατούσε σύγχυση, αλλά, βλέπεις, ήμουν αναίσθητη. Ο Φεν κι ο Μπλάερικ μόλις που πρόλαβαν να με βγάλουν από το Παλάτι τη στιγμή που ορμούσαν μέσα οι Σωντσάν, και δύο άντρες, που κουβαλούν μια γυναίκα που τρικλίζει, τραβούν εύκολα την προσοχή, μειώνοντας τις πιθανότητες να φτάσουν στις πύλες της πόλης πριν συλληφθούν. Πολύ χαίρομαι που έπιασαν την Τέσλυν! Να ήξερες πόσο χαίρομαι! Κάτι μου έδωσε, είμαι σίγουρη! Γι’ αυτό ο Φεν κι ο Μπλάερικ δεν κατάφεραν να με ξυπνήσουν. Να γιατί κοιμόμουν σε στάβλους και κρυβόμουν σε σοκάκια, με το φόβο ότι αυτά τα τέρατα θα με ξετρυπώσουν. Της ήρθε κουτί!»
Ο Ματ βλεφάρισε ακούγοντας αυτό το πρελούδιο οργής. Αμφέβαλλε κατά πόσον είχε ακούσει ποτέ φωνή που να κρύβει τόσο δηλητήριο, ακόμα και σε εκείνες τις παλιές αναμνήσεις. Η Κυρά Ανάν κοίταξε συνοφρυωμένη την Τζολίνε, ενώ το χέρι της συσπώνταν ελαφρά.
«Εν πάση περιπτώσει, θα σε βοηθήσω όσο μπορώ», είπε βιαστικά ο Ματ. Σηκώθηκε, για να μη βρίσκεται ανάμεσα στις δύο γυναίκες. Δεν απέκλειε την περίπτωση η Κυρά Ανάν να χαστούκιζε την Τζολίνε, άσχετα από το αν η τελευταία ήταν Άες Σεντάι, κι η Τζολίνε δεν φαινόταν να δίνει πολλή σημασία στην πιθανότητα να υπήρχαν περισσότερες από μία νταμέην επάνω, που θα διαισθάνονταν ό,τι κι αν έκανε σε αντίποινα. Μία ήταν η αλήθεια. Ο Δημιουργός είχε πλάσει τις γυναίκες έτσι, ώστε να κάνει δύσκολη τη ζωή των αντρών. Πώς στο καλό θα φυγάδευε μια Άες Σεντάι από το Έμπου Νταρ; «Σου οφείλω πολλά».
Ένα ελαφρύ συνοφρύωμα ζάρωσε το μέτωπο της Τζολίνε. «Τι μου οφείλεις;»