«Το σημείωμα που μου ζητούσε να προειδοποιήσω τη Νυνάβε και την Ηλαίην», είπε ο Ματ αργά. Έγλειψε τα χείλη του και πρόσθεσε: «Αυτό που άφησες στο μαξιλάρι μου».
Η γυναίκα έκανε μια αποπεμπτική χειρονομία, αλλά η ματιά της εστιάστηκε στο πρόσωπό του, χωρίς να βλεφαρίζει καθόλου. «Η όποια οφειλή ανάμεσά μας τακτοποιήθηκε τη μέρα που με βοήθησες να βγω από τα τείχη της πόλης, Άρχοντα Κώθον», είπε, κι ο τόνος της φωνής της ήταν αυτοκρατορικός, λες και μιλούσε βασίλισσα καθισμένη στον θρόνο της.
Ο Ματ ξεροκατάπιε ηχηρά. Το σημείωμα είχε τοποθετηθεί με κάποιον τρόπο στην τσέπη του πανωφοριού του, δεν είχε αφεθεί στο μαξιλάρι του, κάτι που σήμαινε ότι έκανε λάθος σχετικά με αυτόν στον οποίο χρωστούσε την οφειλή.
Έφυγε δίχως να επισημάνει στην Τζολίνε το ψέμα της —σίγουρα επρόκειτο για ψέμα, ακόμα κι αν δεν λάμβανε κανείς υπ’ όψιν του το λάθος του— και χωρίς να πει τίποτα στην Κυρά Ανάν. Το πρόβλημα ήταν αποκλειστικά δικό του και τον αρρώσταινε. Μακάρι να μην είχε πάρει τίποτα είδηση.
Πίσω, στο Παλάτι Τάρασιν, πήγε κατευθείαν στα διαμερίσματα της Τάυλιν κι άπλωσε τον μανδύα του πάνω σε μια καρέκλα, για να στεγνώσει. Η βροχή έπεφτε βαριά πάνω στα παράθυρα. Ακουμπώντας το καπέλο του πάνω σε μια σκαλιστή κι επιχρυσωμένη ιματιοθήκη, σκούπισε το πρόσωπο και τα χέρια του με μια πετσέτα και σκέφτηκε να αλλάξει ρούχα. Κάποια σημεία του χιτώνα του ήταν μούσκεμα από τη βροχή και το πανωφόρι του είχε υγρανθεί εδώ κι εκεί. Νοτισμένο. Μα το Φως!
Γρυλίζοντας αηδιασμένος, δίπλωσε τη ριγωτή πετσέτα και την πέταξε στο κρεβάτι. Καθυστερούσε επίτηδες, ελπίζοντας —έστω και λίγο— πως η Τάυλιν θα έμπαινε μέσα και θα χτυπούσε τον στύλο του κρεβατιού, έτσι ώστε να τον αναγκάσει να σταματήσει να κάνει ό,τι έκανε. Ό,τι κι αν έκανε. Η Τζολίνε δεν του άφηνε περιθώρια.
Το Παλάτι ήταν απλά σχεδιασμένο, αν έμπαινες στον κόπο να το κοιτάξεις υπό αυτή την οπτική γωνία. Οι υπηρέτες έμεναν στο κατώτερο επίπεδο, εκεί που βρίσκονταν οι κουζίνες, ενώ μερικοί κατοικούσαν στα κελάρια. Ο επόμενος όροφος περιείχε μεγάλους, δημόσιους χώρους και τα στενόχωρα μελετητήρια των γραφιάδων, ενώ ο τρίτος διέθετε διαμερίσματα για λιγότερο επιφανείς φιλοξενούμενους, τα περισσότερα εκ των οποιών είχαν καταληφθεί πλέον από τη Γενιά των Σωντσάν. Στον ψηλότερο όροφο βρίσκονταν τα διαμερίσματα της Τάυλιν, όπως επίσης και δωμάτια επιφανέστερων προσκεκλημένων, όπως η Σούροθ, η Τουόν και μερικοί άλλοι. Βέβαια, ακόμα και τα παλάτια διέθεταν κάποιου είδους σοφίτα.
Σταματώντας στη βάση μιας σκάλας, κρυμμένης σε μια ακίνδυνη γωνία, όπου κανείς δεν θα τους πρόσεχε, ο Ματ πήρε μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει αργά την ανάβαση. Το μεγάλο και χωρίς παράθυρα δωμάτιο στην κορυφή της σκάλας, χαμηλοτάβανο και καλυμμένο με τραχιές σανίδες, είχε καθαριστεί από οτιδήποτε περιείχε πριν από τον ερχομό των Σωντσάν, κι ο χώρος είχε γεμίσει με ένα πλέγμα μικρών ξύλινων δωματίων, καθένα εκ των οποίων είχε μία κλειστή πόρτα. Απλοί σιδερένιοι ορθοστάτες με φανούς φώτιζαν τους στενούς διαδρόμους ανάμεσά τους. Η βροχή έπεφτε με δύναμη πάνω στις πλάκες της οροφής, ακριβώς πάνω από τα κεφάλια τους. Ο Ματ σταμάτησε ξανά στο ψηλότερο σκαλί κι ανάσανε ανακουφισμένα όταν αντιλήφθηκε πως δεν άκουγε από πουθενά βήματα. Μια γυναίκα ακουγόταν να κλαίει σε ένα από τα μικροσκοπικά δωμάτια, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να εμφανιστεί κάποια σουλ’ντάμ και να απαιτήσει να μάθει τι έκανε εκεί. Το πιθανότερο, βέβαια, ήταν πως θα το μάθαιναν, αλλά αν έκανε γρήγορα, θα προλάβαινε να βρει αυτό που ήθελε.
Το πρόβλημα ήταν πως δεν είχε ιδέα ποιο ήταν το δωμάτιό της. Πήγε μέχρι το πρώτο κι άνοιξε την πόρτα μια χαραμάδα, αρκετά για να ρίξει μια ματιά μέσα. Μια Άθα’αν Μιέρε, που φορούσε ένα γκρίζο φόρεμα, καθόταν στη μια άκρη ενός στενού κρεβατιού, με τα χέρια διπλωμένα στα γόνατά της. Το κρεβάτι, μαζί με έναν νιπτήρα, ένα μπολ, μια κανάτα κι έναν μικροσκοπικό καθρέφτη, καταλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος του δωματίου, ενώ κάμποσα γκρίζα ρούχα κρέμονταν από τα άγκιστρα που ήταν καρφωμένα στον τοίχο. Το τμηματικό, ασημένιο λουρί του α’ντάμ σχημάτιζε τόξο, καθώς ένωνε το ασημένιο κολάρο, που ήταν περασμένο γύρω από τον λαιμό της, με τον ασημένιο κρίκο που ήταν πιασμένος σε έναν γάντζο στερεωμένο στον τοίχο. Η γυναίκα βρισκόταν σε απόσταση απλωμένου χεριού από οτιδήποτε υπήρχε στο μικροσκοπικό δωμάτιο. Οι μικρές τρύπες για τα σκουλαρίκια και τον κρίκο της μύτης δεν είχαν κλείσει ακόμα κι έμοιαζαν με πληγές. Μόλις άνοιξε η πόρτα, το κεφάλι της τινάχτηκε με μια φοβισμένη έκφραση που άλλαξε σε απορία, ίσως και σε ελπίδα.
Ο Ματ έκλεισε την πόρτα χωρίς να πει λέξη. Δεν μπορώ να τις σώσω όλες, σκέφτηκε σκληρά. Δεν μπορώ! Μα το Φως, το μισούσε αυτό.