Выбрать главу

Η επόμενη πόρτα αποκάλυψε παρόμοια δωμάτια και τρεις ακόμα Θαλασσινές, μία εκ των οποίων έκλαιγε γοερά στο κρεβάτι της κι, έπειτα, μια χρυσομάλλα που κοιμόταν, όλες με τα α’ντάμ τους χαλαρωμένα και πιασμένα σε γάντζους. Έκλεισε προσεκτικά την πόρτα, λες και προσπαθούσε να κλέψει το γλυκό της Κυράς αλ’Βέρ κάτω από τη μύτη της. Ίσως η χρυσομάλλα να μην ήταν Σωντσάν, αλλά ο Ματ δεν ήθελε να το διακινδυνεύσει. Μια ντουζίνα πόρτες αργότερα, άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης και γλίστρησε μέσα, κλείνοντας την πόρτα ερμητικά πίσω του.

Η Τέσλυν Μπάραντον ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με τα χέρια της να σχηματίζουν μαξιλάρι για να ακουμπάει το πρόσωπό της. Μονάχα τα σκούρα της μάτια κινούνταν, καρφώνοντάς τον με το βλέμμα της. Δεν είπε τίποτα, απλώς τον κοιτούσε λες κι ήθελε να του ανοίξει τρύπες στο κρανίο με τη ματιά της.

«Έβαλες ένα σημείωμα στην τσέπη του πανωφοριού μου», της είπε ο Ματ ήρεμα. Οι τοίχοι ήταν πολύ λεπτοί κι άκουγε τη διπλανή γυναίκα να κλαίει. «Γιατί;»

«Η Ελάιντα θέλει αυτά τα κορίτσια τόσο, όσο τη ράβδο και το επιτραχήλιο», είπε απλώς η Τέσλυν, χωρίς να κινηθεί καθόλου. Η φωνή της εξακολουθούσε να είναι τραχιά, αλλά κάπως λιγότερο απ’ όσο τη θυμόταν ο Ματ. «Ειδικά την Ηλαίην. Μακάρι να μπορούσα να... της χαλάσω τα σχέδια. Άσ’ την να τις ψάχνει». Άφησε ένα ανάλαφρο γελάκι με μια χροιά πικρίας. «Μέχρι και διχαλόριζα έβαλα στην Τζολίνε, για να μην ανακατευτεί με τα κορίτσια. Και κοίτα το αποτέλεσμα. Η Τζολίνε δραπέτευσε κι εγώ...» Το βλέμμα της πετάχτηκε στο ασημένιο βραχιόλι που κρεμόταν στον γάντζο.

Αναστενάζοντας, ο Ματ έγειρε πάνω στον τοίχο, πλάι στα ρούχα που κρέμονταν στα άγκιστρα. Η γυναίκα γνώριζε τι ήταν γραμμένο στο σημείωμα, μια προειδοποίηση για την Ηλαίην και τη Νυνάβε. Μα το Φως, ήλπιζε να μην ξέρει τίποτα, και κάποιος άλλος να είχε χώσει αυτό το καταραμένο πράγμα στην τσέπη του. Ούτως ή άλλως, για καλό δεν ήταν. Ήξεραν κι οι δυο τους ότι τους κυνηγούσε η Ελάιντα. Το σημείωμα δεν είχε αλλάξει τίποτα! Στην πραγματικότητα, η γυναίκα δεν προσπαθούσε να τους βοηθήσει, απλώς ήθελε να... χαλάσει τα σχέδια... της Ελάιντα. Μπορούσε κάλλιστα να φύγει έχοντας καθαρή τη συνείδησή του. Αίμα και στάχτες! Δεν έπρεπε να της μιλήσει, εξ αρχής. Τώρα που είχαν ανταλλάξει μερικές λέξεις...

«Θα προσπαθήσω να σε βοηθήσω να δραπετεύσεις, αν μπορώ», της είπε κάπως απρόθυμα.

Η γυναίκα παρέμεινε ακίνητη, πάνω στο κρεβάτι. Ούτε η έκφρασή της άλλαξε, ούτε ο τόνος της φωνής της. Έμοιαζε λες κι εξηγούσε κάτι απλό κι ασήμαντο. «Ακόμα κι αν μου βγάλεις το κολάρο, δεν θα μπορέσω να πάω πολύ μακριά, ίσως ούτε καν να βγω από το Παλάτι. Αλλά και να τα κατάφερνα, καμία γυναίκα με την ικανότητα της διαβίβασης δεν μπορεί να περάσει από τις πύλες της πόλης, εκτός αν φοράει α’ντάμ. Ήμουν κι εγώ κάποτε φρουρός εκεί, και ξέρω».

«Κάτι θα σκεφτώ», είπε ο Ματ μουρμουρίζοντας, περνώντας τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά του. Ναι, κάτι θα σκεφτόταν, αλλά τι; «Μα το Φως, έτσι όπως μιλάς, ακούγεσαι σαν να μη θέλεις να δραπετεύσεις».

«Σοβαρέψου», του ψιθύρισε, τόσο χαμηλόφωνα που σχεδόν δεν την άκουσε. «Αρχικά, σκέφτηκα ότι ο μόνος λόγος που ήρθες ήταν για να με χλευάσεις». Ανασηκώθηκε αργά σε καθιστή θέση κι ακούμπησε τα πόδια της στο πάτωμα. Η ματιά της καρφώθηκε έντονη στη δικιά του, κι η φωνή της πήρε κάπως επιτακτική χροιά. «Με ρωτάς αν θέλω να δραπετεύσω; Όταν κάνω κάτι που τις ευχαριστεί, η σουλ’ντάμ μού δίνει γλυκίσματα. Και διαπιστώνω ότι προσβλέπω σε τέτοιου είδους ανταμοιβές». Ένας ξέπνοος τρόμος παραμόρφωσε τη φωνή της. «Όχι επειδή μου αρέσουν τα γλυκά, αλλά επειδή έκανα κάτι που ευχαρίστησε τη σουλ’ντάμ». Ένα δάκρυ κατηφόρισε από το μάτι της, κι η γυναίκα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Αν με βοηθήσεις να το σκάσω, θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις, αρκεί να μην ισοδυναμεί με προδοσία απέναντι στον Λευκό...» Τα χείλη της σφράγισαν ερμητικά και σηκώθηκε. Τον κοιτούσε σαν να έβλεπε πέρα από εκείνον. Ξαφνικά, ένευσε θετικά. «Βοήθησε με να δραπετεύσω, και θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις», είπε.

«Θα κάνω ό,τι μπορώ», της απάντησε ο Ματ. «Πρέπει να σκεφτώ έναν τρόπο».

Η γυναίκα συγκατένευσε, λες και της είχε υποσχεθεί πως μέχρι το βράδυ θα τη φυγάδευε. «Υπάρχει άλλη μία αδελφή που κρατείται αιχμάλωτη εδώ, στο Παλάτι. Η Εντεσίνα Αζέντιν. Πρέπει να έρθει μαζί μας».

«Κι άλλη;» είπε ο Ματ. «Νομίζω πως, μαζί με σένα, είναι τρεις ή τέσσερις. Τέλος πάντων, δεν είμαι καν σίγουρος ότι μπορώ να βγάλω εσένα, πόσω μάλλον...»

«Οι άλλες έχουν... αλλάξει». Το στόμα της Τέσλυν σφίχτηκε. «Η Γκούισιν κι η Μάιλεν —τη γνώριζα ως Σεραίν Καμινέλε, αλλά τώρα θέλει να τη φωνάζουν Μάιλεν— θα μπορούσαν κάλλιστα να μας προδώσουν. Η Εντεσίνα, όμως, εξακολουθεί να είναι ο εαυτός της. Δεν θα την άφηνα πίσω, ακόμα κι αν ήταν αποστάτρια».