«Λοιπόν, κοίτα», είπε ο Ματ με ένα καταπραϋντικό χαμόγελο. «Είπα πως θα προσπάθησω να σε βγάλω έξω, αλλά δεν βλέπω τρόπο να σας βγάλω και τις δύο...»
«Θα ήταν καλύτερα να φύγεις τώρα», τον διέκοψε ξαφνικά. «Δεν επιτρέπονται άντρες εδώ κι, όπως και να έχει, θα εγείρεις υποψίες αν σε βρουν». Τον κοίταξε συνοφρυωμένη και ρουθούνισε. «Θα βοηθούσε αν δεν ντυνόσουν τόσο φανταχτερά. Δέκα μπεκρήδες Μάστορες θα τραβούσαν λιγότερο την προσοχή από σένα. Λοιπόν, φύγε. Γρήγορα. Φύγε!»
Ο Ματ απομακρύνθηκε, μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια του. Κλασική αντίδραση μιας Άες Σεντάι. Κάνε πως τη βοηθάς, και θα σε βάλει να σκαρφαλώνεις νυχτιάτικα μια απόκρημνη πλαγιά, για να ελευθερώσεις μοναχός σου πενήντα φυλακισμένους. Αυτά βέβαια, αφορούσαν σ’ έναν άλλον άντρα, νεκρό από καιρό, αλλά η θύμηση ξεπήδησε στο μυαλό του Ματ, και ταίριαζε γάντι στην περίσταση. Αίμα και στάχτες! Δεν ήξερε καλά-καλά πώς να σώσει μία Άες Σεντάι, κι αυτή τον έβαλε να σώσει δύο!
Περπατώντας αγέρωχα προς το μέρος της ακίνδυνης στροφής, στη βάση της σκάλας, έπεσε σχεδόν πάνω στην Τουόν.
«Τα σπιτάκια των νταμέην είναι απαγορευμένα για τους άντρες», του είπε, ατενίζοντάς τον ψυχρά μέσα από το πέπλο της. «Θα μπορούσες να τιμωρηθείς και μόνο για την είσοδό σου».
«Έψαχνα μια Ανεμοσκόπο, Υψηλή Αρχόντισσα», της αποκρίθηκε βιαστικά, γονατίζοντας στο ένα πόδι και βάζοντας το μυαλό του να δουλέψει γρηγορότερα από ποτέ. «Με εξυπηρέτησε κάποτε και σκέφτηκα μήπως ήθελε κάτι από την κουζίνα. Κάποιο γλύκισμα ή τίποτα τέτοιο. Όμως, δεν τη βρήκα πουθενά. Υποθέτω πως δεν την έπιασαν όταν...» Δεν αποτελείωσε την πρότασή του κι απέμεινε να την κοιτάει. Η αυστηρή κι αδέκαστη μάσκα, που ήταν μονίμως χαραγμένη στο πρόσωπο του κοριτσιού, είχε λιώσει κι ένα χαμόγελο είχε πάρει τη θέση της. Πράγματι, ήταν πολύ όμορφη.
«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου», του είπε. «Είναι πολύ καλό να είσαι ευγενικός απέναντι σε μια νταμέην. Ωστόσο, πρέπει να είσαι προσεκτικός. Μερικοί άντρες βάζουν τις νταμέην στο κρεβάτι τους». Το σαρκώδες στόμα της συστράφηκε με αηδία. «Σίγουρα δεν θα ήθελες να σκεφτεί κανείς ότι είσαι διεστραμμένος». Η αυστηρή έκφραση επανήλθε στο πρόσωπό της. Όλοι οι αιχμάλωτοι θα έπρεπε να εκτελούνται αμέσως.
«Σε ευχαριστώ για την προειδοποίηση, Υψηλή Αρχόντισσα», αποκρίθηκε ο Ματ με κάποια αστάθεια στη φωνή. Τι είδους άντρας θα επιθυμούσε να πλαγιάσει με γυναίκα δεμένη στο λουρί;
Χάθηκε από μπροστά της, κι εκείνη απλώς απομακρύνθηκε με απαλά βήματα στον διάδρομο, σαν να μην είχε συναντήσει κανέναν. Αν μη τι άλλο, για πρώτη φορά η Υψηλή Αρχόντισσα Τουόν δεν τον απασχολούσε καθόλου. Υπήρχε μία Άες Σεντάι κρυμμένη στα κελάρια της Περιπλανώμενης Γυναίκας κι άλλες δύο που φορούσαν τα λουριά των νταμέην και που περίμεναν από το κορόιδο τον Ματ Κώθον να σώσει τους σβέρκους τους. Ήταν σίγουρος πως η Τέσλυν θα έλεγε τα πάντα σε αυτή την Εντεσίνα με την πρώτη ευκαιρία. Τρεις γυναίκες που θα άρχιζαν να εκνευρίζονται, αν αποτύγχανε να τις απελευθερώσει το συντομότερο. Στις γυναίκες άρεσε το κουβεντολόι, αλλά με την πολλή κουβέντα ξέφευγαν και πράγματα που θα ήταν καλύτερο να μη μαθευτούν. Οι ανυπόμονες γυναίκες μιλούσαν πολύ περισσότερο από τις υπόλοιπες. Ο Ματ μπορεί να μην ένιωθε τα ζάρια μέσα στο κεφάλι του, αλλά σχεδόν άκουγε τον ρυθμικό χτύπο ενός ρολογιού, ενώ το τσεκούρι ενός δήμιου ίσως να σήμανε την ώρα. Στον ύπνο του μπορεί να σχεδίαζε διάφορες μάχες, αλλά αυτές οι παλιές αναμνήσεις δεν βοηθούσαν και πολύ εδώ. Χρειαζόταν έναν δολοπλόκο, κάποιον συνηθισμένο στις ραδιουργίες και σε αλλόκοτους τρόπους σκέψης. Ήρθε η ώρα να αναγκάσει τον Θομ και τον Τζούιλιν να κάτσουν και να συζητήσουν μαζί του.
Ψάχνοντάς τους, άρχισε ασυναίσθητα να σφυρίζει έναν σκοπό, το «Είμαι στον Πάτο του Πηγαδιού». Πράγματι, ήταν, κι η νύχτα έπεφτε κι η βροχή δεν έλεγε να κοπάσει. Όπως συνέβαινε συχνά, ένα ακόμα όνομα ξεπήδησε από εκείνες τις παλιές αναμνήσεις, ένα τραγούδι από την Αυλή του Τακέντο, στο Φαρασέλε, που συντρίφτηκε πάνω από χίλια χρόνια πριν από τον Άρτουρ τον Γερακόφτερο. Ωστόσο, στα χρόνια που μεσολάβησαν, το τραγούδι δεν είχε αλλάξει και πολύ. Τότε, το αποκαλούσαν «Η Τελευταία Στάση στο Μάντεναρ». Όπως και να έχει, ταίριαζε μια χαρά στην περίσταση.
20
Ερωτήσεις περί Προδοσίας
Σκαρφαλώνοντας στα στενόχωρα σπιτάκια, στην κορυφή του Παλατιού Τάρασιν, η Μπέθαμιν κρατούσε προσεκτικά τον πίνακα σημειώσεων. Μερικές φορές, το πώμα του μελανοδοχείου χαλάρωνε κι οι κηλίδες μελανιού έφευγαν δύσκολα από τα ρούχα. Προσπαθούσε να είναι πάντα εμφανίσιμη, λες και την καλούσαν να εμφανιστεί μπροστά σε κάποιον της Υψηλής Γενιάς. Δεν μιλούσε καθόλου στη Ρέννα, η οποία είχε καθήκον να επιθεωρεί μαζί της, καθώς ανέβαιναν τις σκάλες. Υποτίθεται πως έπρεπε να φέρουν εις πέρας ένα συγκεκριμένο έργο, όχι να κουτσομπολεύουν. Αποτελούσε κομμάτι του τρόπου σκέψης της. Εκεί που άλλες αγωνίζονταν να ολοκληρωθούν με ας αγαπημένες τους νταμέην και κοιτούσαν με γουρλωμένα μάτια τα παράξενα αξιοθέατα αυτής της γης, αναλογιζόμενες τυχόν πλεονεκτήματα και κέρδη, εκείνη επικεντρωνόταν στα καθήκοντά της, επιδιώκοντας πάντα να καθυποτάξει την πιο δύστροπη μαράθ’νταμέην και να της περάσει το α’ντάμ, δουλεύοντας δύο φορές πιο σκληρά και δύο φορές περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη.