Η βροχή είχε κοπάσει, επιτέλους, αφήνοντας τα σπιτάκια σε ησυχία. Αν μη τι άλλο, σήμερα οι νταμέην θα μπορούσαν να εξασκηθούν λιγάκι —οι περισσότερες ήταν κατηφείς, επειδή τις περιόριζαν μέσα σ’ αυτά τα σπιτάκια για πολύ καιρό, κι όντως αυτά τα πρόχειρα οικήματα παραήταν περιοριστικά— αλλά, δυατυχώς, η δουλειά που της είχε ανατεθεί σήμερα δεν περιλάμβανε βάδισμα. Άλλωστε, η Ρέννα ποτέ δεν είχε κλίση στο περπάτημα, παρ’ όλο που κάποτε ήταν η καλύτερη εκπαιδεύτρια της Σούροθ, και μάλιστα την εκτιμούσαν ιδιαίτερα. Μπορεί μερικές φορές να ήταν λίγο άγρια, αλλά διέθετε μεγάλη επιδεξιότητα. Κάποτε, όλοι θα συμφωνούσαν πως, παρά το νεαρό της ηλικίας της, θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει ντερ’σουλ’ντάμ, αλλά τα πράγματα είχαν αλλάξει. Ανέκαθεν υπήρχαν περισσότερες σουλ’ντάμ από νταμέην, ωστόσο κανείς δεν θυμόταν τη Ρέννα ολοκληρωμένη από την εποχή του Φάλμε, κάτι που ίσχυε και για τη Σέτα, την οποία η Σούροθ είχε προσλάβει στην προσωπική της υπηρεσία έπειτα από το Φάλμε. Στην Μπέθαμιν άρεσε να κουτσομπολεύει τα περί Γενιάς κι αυτούς που την υπηρετούν πίνοντας κρασί, αλλά ποτέ της δεν εξέφραζε κάποια γνώμη όταν η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από τη Ρέννα και τη Σέτα. Πάντως, τις σκεφτόταν συχνά και τις δύο.
«Ξεκινάς από την άλλη πλευρά, Ρέννα», τη διέταξε. «Ή μήπως προτιμάς να σε αναφέρω ξανά στην Εσόντε για τεμπελιά;»
Πριν από το Φάλμε, η κοντύτερη γυναίκα ήταν σχεδόν γεμάτη αυτοπεποίθηση, αλλά τώρα ένας μυώνας συσπάστηκε στο ωχρό της μάγουλο και χάρισε στην Μπέθαμιν ένα αρρωστημένο και δουλοπρεπές χαμόγελο, πριν τρέξει βιαστικά στα πυκνοκατοικημένα σπιτάκια με τα στενά περάσματα, κρατώντας με το χέρι της τα μακριά της μαλλιά, λες και φοβόταν μήπως ανακατωθούν. Όλοι, εκτός από τους στενότερους φίλους της, αρέσκονταν να τη φοβερίζουν για να ξεπληρώσουν την πρωτύτερη υπεροψία της. Αν συμπεριφερόσουν διαφορετικά, τραβούσες την προσοχή, κάτι που η Μπέθαμιν απέφευγε να κάνει, παρεκτός με συγκεκριμένους και προσεκτικά επιλεγμένους τρόπους. Τα προσωπικά της μυστικά ήταν θαμμένα όσο βαθύτερα γινόταν, και σιωπούσε αναφορικά με μυστικά που κανείς δεν ήξερε ότι γνώριζε, αλλά το μήνυμα που ήθελε να περάσει στον καθένα ήταν πως η Μπέθαμιν Ζεάμι ήταν η προσωποποίηση της τέλειας σουλ’ντάμ. Αυτό που επιδίωκε πάντα ήταν η απόλυτη τελειότητα, τόσο για την ίδια όσο και για την νταμέην που εκπαίδευε.
Ασχολήθηκε με την επιθεώρηση της ζωηρά κι αποτελεσματικά, ελέγχοντας κατά πόσον οι νταμέην διατηρούσαν καθαρούς τους εαυτούς τους κι είχαν τακτοποιημένα τα σπιτάκια τους, κρατώντας με το λεπτοκαμωμένο της χέρι μια σύντομη σημείωση στην πρώτη σελίδα που ήταν καρφωμένη στον πίνακα, σε περίπτωση που κάποια από δαύτες δεν ανταποκρινόταν στα καθήκοντά της, και δεν χασομερούσε, παρά μόνο για να δώσει μερικά γλυκίσματα στις λίγες που τα είχαν πάει πολύ καλά στην εκπαίδευσή τους. Οι περισσότερες από εκείνες με τις οποίες είχε ολοκληρώσει τη χαιρετούσαν με χαμόγελα, ακόμα κι αν έπρεπε να γονατίσουν. Ασχέτως αν προέρχονταν από την Αυτοκρατορία ή από αυτή την πλευρά του ωκεανού, ήξεραν πως η Μπέθαμιν ήταν αυστηρή αλλά δίκαιη. Ωστόσο, υπήρχαν κι άλλες που δεν χαμογελούσαν. Στην πλειονότητά τους, οι Άθα’αν Μιέρε νταμέην την κοίταζαν με πέτρινα πρόσωπα, σκοτεινά όσο και το δικό της, ή με καταπιεσμένο θυμό, που πίστευαν ότι έκρυβαν αποτελεσματικά.
Πάντως, απέφευγε να κρατήσει σημείωση του θυμού τους για μελλοντική τιμωρία, όπως θα έκαναν άλλες. Εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι αντιστέκονταν, αλλά οι άστοχες απαιτήσεις τους για την επιστροφή των φανταχτερών κοσμημάτων ανήκε ήδη στο παρελθόν. Τώρα, γονάτιζαν και μιλούσαν ευγενικά. Ένα καινούργιο όνομα χρησίμευε σαν καλό εργαλείο στις περισσότερες δύσκολες περιπτώσεις, καθότι δημιουργούσε έναν διαχωρισμό με όσα είχαν συμβεί παλαιότερα. Αν κι απρόθυμα, οι γυναίκες ανταποκρίνονταν σε αυτό. Η απροθυμία έσβηνε σύντομα, μαζί με την κατήφεια, και τελικά κατέληγαν να μη θυμούνται καν το πρωτύτερο όνομά τους. Το πρότυπο ήταν γνώριμο, σίγουρο, και δεν αποτύγχανε ποτέ. Μερικές το αποδέχονταν αμέσως, ενώ άλλες σοκάρονταν όταν μάθαιναν τι είναι. Πάντα θα υπήρχε μια χούφτα από δαύτες που θα τους έπαιρνε μήνες να συνηθίσουν, ενώ άλλες πάλι τη μια μέρα διαμαρτύρονταν έντονα ότι είχε γίνει κάποιο τρομερό λάθος κι ότι δεν είχαν αποτύχει στη δοκιμασία, και την επομένη ήταν δεκτικές κι ήρεμες. Οι λεπτομέρειες διέφεραν από αυτή τη μεριά του ωκεανού αλλά, είτε εδώ είτε στην Αυτοκρατορία, το τελικό αποτέλεσμα ήταν το ίδιο.