«Η Τέσι είναι πολύ καλή νταμέην», μουρμούρισε θερμά, παίρνοντας ένα από τα σκληρά γλυκίσματα από ένα τυλιγμένο κομμάτι χαρτί, στο πουγκί που είχε περασμένο στη ζώνη της. Η Τέσι έγειρε μπροστά για να το πάρει, και φίλησε το χέρι της ευχαριστώντας την, αλλά το χαμόγελο τρεμόπαιξε προς στιγμή, για να επανέλθει μόλις μπούκωσε το στόμα της με το κόκκινο γλύκισμα. Ώστε, έτσι λοιπόν. Η προσποίηση της αποδοχής έτσι που να ξεγελάσει μία σουλ’ντάμ δεν ήταν κάτι άγνωστο, αλλά, με δεδομένο πώς σκεφτόταν η Τέσι, το πιθανότερο ήταν πως σχεδίαζε να δραπετεύσει.
Όταν ξαναβγήκε στον διάδρομο, η Μπέθαμιν έγραψε μια έντονη εισήγηση να διπλασιαστεί ο χρόνος εκπαίδευσης της Τέσι και παράλληλα η τιμωρία της, οι δε ανταμοιβές της να γίνουν πιο σποραδικές, έτσι που να μην είναι ποτέ σίγουρη ότι, ακόμα κι αν κάνει κάτι τέλεια, θα κερδίσει κάτι παραπάνω από ένα φιλικό χτύπημα στο κεφάλι. Ήταν σκληρή μέθοδος και συνήθως την απέφευγε, αλλά για κάποιο λόγο μετέτρεπε σε ελάχιστο χρόνο τις πιο δύστροπες μαράθ’νταμέην σε εξημερωμένες νταμέην. Επίσης, ήταν ο μόνος τρόπος για να κάνει τις νταμέην ακόμα πιο πειθήνιες. Δεν της άρεσε να σπάει το ηθικό των νταμέην, η Τέσι ωστόσο έπρεπε απαραίτητα να συνδεθεί με το α’ντάμ, για να ξεχάσει το παρελθόν. Στο τέλος, θα έλεγε κι ευχαριστώ.
Τελειώνοντας νωρίτερα από τη Ρέννα, η Μπέθαμιν περίμενε στη βάση της σκάλας, μέχρι να κατέβει κι η άλλη σουλ’ντάμ. «Δώσε αυτό στην Εσόντε όταν πας προς τα εκεί», είπε, πετώντας προς το μέρος της Ρέννα τον πίνακα, πριν η τελευταία πατήσει καλά-καλά κάτω. Δεν ήταν διόλου παράξενο που η γυναίκα αποδέχτηκε ήπια τη διαταγή της, όπως ακριβώς είχε κάνει και προηγουμένως, κι έφυγε βιαστικά ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον πίνακα, σαν να αναρωτιόταν μήπως οι σελίδες του περιείχαν κάποια αναφορά για την ίδια. Είχε αλλάξει πολύ έπειτα από τα γεγονότα του Φάλμε.
Η Μπέθαμιν φόρεσε τον μανδύα της κι άφησε το Παλάτι, σκοπεύοντας να επιστρέψει στο πανδοχείο όπου, εξ ανάγκης, μοιραζόταν ένα κρεβάτι με άλλες δυο σουλ’ντάμ, ίσα-ίσα για να πάρει μερικά χρήματα από το χρηματοκιβώτιό της. Η επιθεώρηση ήταν η μόνη υπηρεσία της για σήμερα, και τις υπόλοιπες ώρες μπορούσε να τις αφιερώσει στον εαυτό της. Για αλλαγή, λοιπόν, αντί να αναζητήσει καινούργια καθήκοντα, θα περνούσε την ώρα της αγοράζοντας αναμνηστικά. Ίσως να αγόραζε κανένα από αυτά τα μαχαίρια που οι ντόπιες είχαν κρεμασμένα στον λαιμό τους, αρκεί να έβρισκε κάποιο δίχως τα κοσμήματα, που τόσο τους άρεσε να τοποθετούν στη λαβή. Και στιλβωμένο, φυσικά. Εδώ, μπορούσε να βρει κάτι εξίσου καλό όσο και στην υπόλοιπη Αυτοκρατορία, τα δε σχέδια ήταν τόσο... ξένα. Τα ψώνια θα την ηρεμούσαν και χρειαζόταν ηρεμία όσο τίποτε άλλο.
Το λιθόστρωτο της Πλατείας Μολ Χάρα εξακολουθούσε να είναι νοτισμένο και να γυαλίζει από την πρωινή βροχή, ενώ μια ευχάριστη ταγκάδα αλμύρας γέμιζε τον αέρα, θυμίζοντάς της το χωριό στη Θάλασσα του Λ’Χέιε, όπου είχε γεννηθεί, αν και το τσουχτερό κρύο την ανάγκαζε να κρατάει σφιχτά τον μανδύα πάνω στο κορμί της. Στο Αμπουνάι δεν έκανε ποτέ κρύο, κι η Μπέθαμιν δεν το είχε συνηθίσει παρά τα μακρινά της ταξίδια. Ωστόσο, οι αναμνήσεις της πατρίδας δεν την παρηγορούσαν τώρα. Καθώς προχωρούσε στους πολυπληθείς δρόμους, η Ρέννα κι η Σέτα απασχολούσαν τις σκέψεις της τόσο, ώστε δεν πρόσεχε πού πήγαινε, κι έπεφτε πάνω στον κόσμο. Μια φορά, μάλιστα, βρέθηκε σχεδόν μπροστά σε ένα καραβάνι άμαξες κάποιου εμπόρου που άφηνε την πόλη. Η κραυγή της γυναίκας που εκτελούσε χρέη αμαξά τής τράβηξε την προσοχή κι έκανε πίσω εγκαίρως. Η άμαξα πέρασε βροντώντας πάνω στο πλακόστρωτο, εκεί ακριβώς που στεκόταν η Μπέθαμιν δευτερόλεπτα πριν, κι η γυναίκα που χειριζόταν το μαστίγιο ούτε που την κοίταξε. Ετούτοι εδώ οι ξένοι δεν έτρεφαν κανένα σεβασμό για μια σουλ’ντάμ.
Η Ρέννα κι η Σέτα. Όποιος είχε βρεθεί στο Φάλμε, διατηρούσε μνήμες που αυτές ήθελαν να ξεχάσουν, μνήμες για τις οποίες κανείς δεν έκανε λόγο, εκτός κι αν ήταν μεθυσμένος. Κάτι που έκανε κι η ίδια, μόνο που οι δικές της δεν αφορούσαν στο σοκ τού να πολεμάει με φαντάσματα των θρύλων εν μέρει αναγνωρίσιμα, ούτε στον τρόμο που προκαλούσε η ήττα, ούτε σε τρελά οράματα στον ουρανό. Πόσο συχνά ευχόταν να μην είχε ανέβει επάνω εκείνη τη μέρα; Μακάρι να μην είχε αναρωτηθεί ποτέ πώς τα πήγαινε η Τάλι, η νταμέην με τη θαυμαστή ικανότητα στα μέταλλα. Όμως, είχε κοιτάξει μέσα στο σπιτάκι της Τάλι. Κι είχε δει τη Ρέννα και τη Σέτα να πασχίζουν μαντωδώς να βγάλουν το α’ντάμ η μία από τον λαιμό της άλλης, ουρλιάζοντας από πόνο, με τα γόνατά τους να τρικλίζουν από τη ναυτία, χωρίς ωστόσο να παύουν στιγμή να ψηλαφούν τις λαιμαριές τους. Κηλίδες εμετού είχαν βρωμίσει το μπροστινό μέρος των ρούχων τους. Μέσα στη λύσσα τους, δεν την πρόσεξαν να απομακρύνεται τρομαγμένη.