Ο τρόμος της δεν είχε να κάνει μόνο με το ότι έγινε μάρτυρας δύο σουλ’ντάμ που αποκαλύφθηκε ότι ήταν μαράθ’νταμέην, αλλά ήταν κάτι πολύ πιο προσωπικό. Συχνά σκεφτόταν ότι μπορούσε να παρατηρήσει σχεδόν τις υφάνσεις των νταμέην, κι ότι πάντα μπορούσε να διαισθανθεί την παρουσία μιας νταμέην και να καταλάβει πόσο ισχυρή ήταν. Πολλές σουλ’ντάμ είχαν αυτή την ικανότητα, κι όλοι ήξεραν πως ήταν προϊόν της μακρόχρονης πείρας τους στον χειρισμό του α’ντάμ. Ωστόσο, η θέα αυτού του απεγνωσμένου ζευγαριού ξεσήκωνε μέσα της ανεπιθύμητες σκέψεις, δίνοντας μια διαφορετική αλλά και τρομακτική χροιά σε αυτό που ανέκαθεν αποδεχόταν. Άραγε, είχε δει τις υφάνσεις στην ολότητα τους ή σχεδόν; Υπήρχαν φορές που νόμιζε ότι μπορούσε να διαισθανθεί τη διαβίβαση. Ακόμα κι οι σουλ’ντάμ έπρεπε να υφίστανται την ετήσια δοκιμασία μέχρι τα εικοστά πέμπτα γενέθλιά τους, κι η Μπέθαμιν δεν είχε αποτύχει ούτε μία φορά. Μόνο που... Η δοκιμασία θα άλλαζε αφού έβρισκαν τη Ρέννα και τη Σέτα, μια κι έπρεπε οπωσδήποτε να ανακαλυφθεί η μαράθ’νταμέην, που με κάποιο τρόπο είχε καταφέρει να ξεγλιστρήσει από την πρώτη. Η ίδια η Αυτοκρατορία θα ταρακουνιόταν συθέμελα από ένα τέτοιο χτύπημα. Έτσι, με τις εικόνες της Ρέννα και της Σέτα να καίνε το μυαλό της, ήξερε με απόλυτη σιγουριά ότι, έπειτα από αυτή τη δοκιμασία, η Μπέθαμιν Ζεάμι δεν θα ανήκε πλέον στους ευυπολήπτους πολίτες. Αντί γι’ αυτό, μια νταμέην ονόματι Μπέθαμιν θα υπηρετούσε την Αυτοκρατορία.
Η αισχύνη είχε σχηματίσει θρόμβους μέσα της. Είχε τοποθετήσει προσωπικούς φόβους υπεράνω των αναγκών της Αυτοκρατορίας, υπεράνω όλων αυτών για τα οποία ήξερε ότι ήταν σωστά, αληθινά και καλά. Ο πόλεμος κι οι εφιάλτες είχαν καταφθάσει στο Φάλμε, αλλά αυτή δεν έσπευσε να ολοκληρωθεί με μια νταμέην και να βρεθεί στο πεδίο της μάχης. Αντίθετα, με προκάλυμμα όλη αυτή την αναστάτωση, έσπευσε να βρει ένα άλογο και να το σκάσει, να τρέξει όσο πιο γρήγορα κι όσο πιο μακριά γινόταν.
Συνειδητοποίησε ότι είχε σταματήσει να περπατάει κι ότι κοιτούσε τη βιτρίνα του μαγαζιού μιας ράφτρας, χωρίς στην πραγματικότητα να βλέπει όσα υπήρχαν στο εσωτερικό. Όχι πως είχε καμιά όρεξη. Το γαλάζιο φόρεμα με το κόκκινο πλαίσιο που απεικόνιζε τον κεραυνό ήταν το μόνο που εδώ και χρόνια είχε σκεφτεί να φορέσει. Ωστόσο, με τίποτα δεν θα φορούσε κάτι που θα την εξέθετε τόσο άσεμνα. Με τον περίγυρο της φούστας να στριφογυρίζει γύρω από τους αστραγάλους της, συνέχισε να περπατάει, δίχως να μπορέσει στιγμή να βγάλει από το μυαλό της τη Ρέννα, τη Σέτα, αλλά και τη Σούροθ.
Προφανώς, η Αλχουιν είχε ξετρυπώσει το ζευγάρι των σουλ’ντάμ με τα περιλαίμια και το είχε αναφέρει στη Σούροθ. Η δε Σούροθ είχε προασπίσει την Αυτοκρατορία προστατεύοντας τη Ρέννα και τη Σέτα, όσο επικίνδυνο κι αν ήταν αυτό. Τι θα γινόταν, όμως, αν ξαφνικά άρχιζαν να διαβιβάζουν; Ίσως ήταν καλύτερο για την Αυτοκρατορία να έβρισκε τρόπο να τις σκοτώσει, μολονότι η δολοφονία μιας σουλ’ντάμ θεωρούνταν φόνος ακόμα και για τα δεδομένα της Υψηλής Γενιάς. Δύο ύποπτοι θάνατοι μεταξύ των σουλ’ντάμ σίγουρα θα αποτελούσαν αιτία να έρθουν οι Αναζητητές. Έτσι, η Ρέννα κι η Σέτα ήταν ελεύθερες, αν μπορεί να λεχθεί κάτι τέτοιο τη στιγμή που δεν τους επέτρεπαν να είναι ολοκληρωμένες. Η Άλχουιν είχε κάνει το καθήκον της κι είχε τιμηθεί με το να γίνει η Φωνή της Σούροθ, η οποία είχε κάνει κι αυτή το καθήκον της, άσχετα από την αποκρουστικότητά του. Δεν υπήρχε καινούργια δοκιμασία. Το φευγιό της ήταν άσκοπο. Επιπλέον, αν έμενε πίσω, δεν θα κατέληγε στο Τάντσικο, σε εκείνον τον εφιάλτη που επιθυμούσε να ξεχάσει περισσότερο κι από το Φάλμε.
Ένας ουλαμός Φρουρών του Θανάτου προέλασε μπροστά της, μεγαλειώδεις μέσα στις πανοπλίες τους, κι η Μπέθαμιν σταμάτησε για να τους παρακολουθήσει. Το πέρασμά τους προξένησε αναταραχή στο πλήθος, σαν τα απόνερα που αφήνει ένα τεράστιο πλοίο. Η πόλη ήταν χαρούμενη κι όλη η χώρα γιόρταζε όταν τελικά παρουσιάστηκε η Τουόν, τα δε πανηγύρια είχαν τέτοια ένταση λες και μόλις είχε καταφθάσει. Αισθάνθηκε μια ένοχη ευχαρίστηση με τις συγκεκριμένες σκέψεις για την Κόρη των Εννέα Φεγγαριών, όπως τότε που ήταν παιδούλα κι είχε κάνει κάποια σοβαρή σκανδαλιά, αν και, μέχρι η Τουόν να αφαιρέσει το πέπλο της, δεν ήταν παρά η Υψηλή Αρχόντισσα Τουόν, ισότιμη σχεδόν με τη Σούροθ. Οι Φρουροί του Θανάτου συνέχισαν την περιφορά τους, αφοσιωμένοι ψυχή και σώμα στην Αυτοκράτειρα και στην Αυτοκρατορία, κι η Μπέθαμιν κίνησε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κατ’ αναλογίαν, κι αυτή ήταν αφοσιωμένη ψυχή και σώμα στο να διατηρήσει την προσωπική της ελευθερία.