Выбрать главу

Η ονομασία Χρυσοί Κύκνοι του Ουρανού φάνταζε μεγαλόπρεπη για ένα τόσο μικρό πανδοχείο, στριμωγμένο ανάμεσα σε έναν δημόσιο στάβλο και σ’ ένα μαγαζί με βερνίκια, το οποίο ήταν κατάμεστο από αξιωματικούς που αγόραζαν τα πάντα, ενώ ο στάβλος έβριθε από μη παραδομένα ακόμα άλογα, αγορασμένα στη λοταρία. Το δε πανδοχείο ήταν γεμάτο σουλ’ντάμ. Σχεδόν γεμάτο, τουλάχιστον μέχρι το βράδυ. Η Μπέθαμιν στάθηκε τυχερή που μοιράστηκε το κρεβάτι της μόνο με άλλες δύο. Έχοντας πάρει διαταγές να βολέψει όσο πιο πολλούς μπορούσε, η πανδοχέας παρείχε ένα κρεβάτι για τέσσερα ή πέντε άτομα, αν πίστευε πως μπορούν να βολευτούν. Πάντως, τα στρωσίδια ήταν καθαρά και το φαγητό καλό, αν και κάπως περίεργο. Δεδομένου μάλιστα πως η εναλλακτική λύση ήταν να κοιμηθεί σε αχυρώνα, δεν είχε κανένα πρόβλημα να μοιραστεί το κρεβάτι της.

Αυτή την ώρα, τα στρογγυλά τραπέζια στην κοινή αίθουσα ήταν άδεια. Κάποιες από τις σουλ’ντάμ που έμεναν εκεί σίγουρα θα ασχολούνταν με διάφορες δουλειές, ενώ οι υπόλοιπες ήθελαν απλά να αποφύγουν την πανδοχέα. Με τα χέρια σταυρωμένα, η Νταρνέλα Σόραν παρακολουθούσε συνοφρυωμένη μερικές υπηρέτριες να σκουπίζουν με ζήλο τις πράσινες πλάκες του δαπέδου. Μια κοκαλιάρα με γκρίζα μαλλιά, πιασμένα και διπλωμένα στο σβέρκο της, και μακρόστενο σαγόνι, που της προσέδιδε μάλλον εχθρική όψη, θα πρέπει να ήταν ντερ’σουλ’ντάμ, παρά το γελοίο μαχαίρι που φορούσε, η λαβή του οποίου ήταν διακοσμημένη με φθηνά ερυθρόλευκα πετράδια. Υποθετικά, οι υπηρέτριες ήταν ελεύθερες, αλλά όποτε η πανδοχέας άνοιγε το στόμα της, αναπηδούσαν λες κι αποτελούσαν ιδιοκτησία της.

Ακόμα κι η ίδια η Μπέθαμιν αναπήδησε ελαφρά μόλις η γυναίκα στράφηκε προς το μέρος της. «Είσαι ενήμερη των κανονισμών μου σχετικά με τους άντρες, Κυρά Ζεάμι;» τη ρώτησε απαιτητικά. Έπειτα από τόσον καιρό, η αργόσυρτη προφορά αυτών των ανθρώπων φάνταζε κάπως παράξενη. «Έχω ακουστά την ξενική νοοτροπία σου, αλλά αυτό είναι δικό σου θέμα και δεν μπορείς να την εφαρμόσεις κάτω από τη στέγη μου. Αν θες να συνευρεθείς με άντρες, κάν’ το κάπου αλλού!»

«Σε διαβεβαιώ πως δεν πρόκειται να συνευρεθώ με άντρα, ούτε εδώ ούτε πουθενά αλλού, Κυρά Σόραν».

Η πανδοχέας την κοίταξε βλοσυρά, γεμάτη επιφύλαξη. «Πάντως, κάποιος ήρθε και σε ζήτησε με το όνομά σου. Ένα γλυκούλης ξανθός, ούτε ιδιαίτερα νεαρός, ούτε και μεγάλος σε ηλικία. Μάλλον κάποιος δικός σου, που μιλούσε μέσα από τα δόντια του, έτσι που ελάχιστα τον καταλάβαινα».

Απαντώντας με κατευναστικό τόνο, η Μπέθαμιν έβαλε τα δυνατά της να πείσει την πανδοχέα πως δεν γνώριζε κανέναν που να ανταποκρίνεται σε αυτή την περιγραφή, κι ότι τα καθήκοντά της δεν της άφηναν χρόνο να ασχοληθεί με τους άντρες. Ίσχυαν και τα δύο, μολονότι θα μπορούσε κάλλιστα να πει ψέματα εν ανάγκη. Οι Χρυσοί Κύκνοι δεν είχαν επιταχθεί, και τρεις άνθρωποι σε ένα κρεβάτι ήταν κάτι πολύ προτιμότερο από ύπνο σε αχυρώνα. Προσπάθησε να ανιχνεύσει κατά πόσον η γυναίκα μπορεί να ήθελε κάποιο δώρο, όταν θα έκανε τα ψώνια της, αλλά φαίνεται ότι την πρόσβαλε όταν της πρότεινε να της αγοράσει ένα μαχαίρι με πιο φανταχτερά πετράδια. Δεν εννοούσε τίποτα ακριβό, ούτε καν είχε υπ’ όψιν της να τη δωροδοκήσει, αλλά φαίνεται πως η Κυρά Σόραν κάπως έτσι το εξέλαβε, μια και την κοιτούσε κατσούφικα, συνοφρυωμένη και γεμάτη αγανάκτηση. Όπως και να έχει, δεν ήταν διόλου σίγουρη ότι κατάφερε να αλλάξει στο ελάχιστο τα μυαλά της γυναίκας. Για κάποιο λόγο, η πανδοχέας πίστευε πως όλες τις ελεύθερες ώρες τους τις περνούσαν μέσα στην ακολασία. Εξακολουθούσε να είναι συνοφρυωμένη, όταν η Μπέθαμιν άρχισε να ανεβαίνει τις δίχως κάγκελα σκάλες, στη μια πλευρά της κοινής αίθουσας, προσποιούμενη πως το μόνο που απασχολούσε το μυαλό της ήταν τα ψώνια.

Πάντως, η ταυτότητα του άντρα όντως τριβέλιζε στον νου της. Σίγουρα δεν έβγαλε κανένα συμπέρασμα από την περιγραφή. Το πιθανότερο ήταν πως την αναζητούσε, αλλά σε αυτή την περίπτωση, το γεγονός πως κατόρθωσε να ανιχνεύσει τα ίχνη της σήμαινε πως η διακριτικότητά της δεν ήταν επαρκής. Ίσως, μάλιστα, να ήταν επικίνδυνα ανεπαρκής. Ωστόσο, ήλπιζε να επιστρέψει. Έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει ποιος ήταν. Οπωσδήποτε!

Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και πάγωσε. Ήταν περίεργο, αλλά το σιδερένιο κιβώτιο της κλειδαριάς ήταν ακουμπισμένο στο κρεβάτι, με το σκέπασμα ανοικτό. Ήταν πολύ γερή κλειδαριά, και το μοναδικό κλειδί υπήρχε στο βάθος του πουγκιού της ζώνης της. Ο κλέφτης βρισκόταν ακόμα εκεί και, παραδόξως, ξεφύλλιζε το ημερολόγιό της! Πώς στο καλό είχε περάσει αυτός ο άντρας απαρατήρητος από την Κυρά Σόραν;