Η παράλυση διήρκεσε μονάχα μία στιγμή. Αδράχνοντας το μαχαίρι της ζώνης της από τη θήκη, άνοιξε το στόμα της να ουρλιάξει για βοήθεια.
Η έκφραση στο πρόσωπο του άντρα δεν άλλαξε στο ελάχιστο, και δεν προσπάθησε ούτε να τρέξει μακριά, ούτε να της επιτεθεί. Απλώς τράβηξε κάτι μικρό από το σακίδιό του και το κράτησε ψηλά, για να της το δείξει. Η γυναίκα ένιωσε την αναπνοή της να γίνεται βαριά σαν μολύβι στον λαιμό της. Μουδιασμένα, τοποθέτησε το μαχαίρι πίσω, στο θηκάρι, κι άπλωσε μπροστά τα χέρια της, για να του δείξει πως δεν οπλοφορούσε και δεν σκόπευε να τραβήξει άλλο όπλο. Ανάμεσα στα δάχτυλά του υπήρχε μια φιλντισένια πλάκα με επιχρυσωμένο πλαίσιο, πάνω στην οποία ήταν χαραγμένα ένα κοράκι κι ένας πύργος. Ξαφνικά, η ματιά της έπεσε πάνω στον άντρα: ξανθομάλλης και μεσήλικας. Ναι, μπορεί να ήταν χαριτωμένος, όπως είχε πει η Κυρά Σόραν, αλλά μόνο μια τρελή θα σκεφτόταν έτσι για έναν Αναζητητή της Αλήθειας. Δόξα στο Φως, δεν είχε καταγράψει τίποτα επικίνδυνο στο ημερολόγιό της. Ωστόσο, αυτός κάτι θα ήξερε. Την είχε ζητήσει ονομαστικά. Μα το Φως, κάτι πρέπει να ήξερε!
«Κλείσε την πόρτα», της είπε ήσυχα, ξαναβάζοντας την πλάκα στο σακίδιό του, κι εκείνη υπάκουσε. Ήθελε να τρέξει. Ήθελε να ικετεύσει για οίκτο. Ο άντρας αυτός όμως ήταν Αναζητητής, οπότε η Μπέθαμιν έμεινε ακίνητη, τρέμοντας. Προς μεγάλη της έκπληξη, ο άντρας έριξε το ημερολόγιο πίσω, στο κουτί με την κλειδαριά, κι έδειξε προς το μέρος του μοναδικού καθίσματος του δωματίου. «Κάθισε. Δεν υπάρχει λόγος να νιώθεις άβολα».
Με αργές κινήσεις, η Μπέθαμιν κρέμασε τον μανδύα της και κάθισε στην καρέκλα, χωρίς να τη νοιάζει διόλου πόσο άβολα ένιωθε στην πλάτη της την παράξενη, βαθμιδωτή ράχη. Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει την ανατριχίλα της. Ακόμα και μέλος της Γενιάς, ακόμη και μέλος της Υψηλής Γενιάς, θα έτρεμε σύγκορμο αν υποβαλλόταν σε ανάκριση από κάποιον Αναζητητή. Ωστόσο, είχε μια μικρή ελπίδα, εφ’ όσον ο άντρας δεν την είχε διατάξει να τον ακολουθήσει. Ίσως, τελικά, να μην τα γνώριζε όλα.
«Έκανες ερωτήσεις σε διαφόρους περί κάποιας καπετάνισσας ονόματι Εγκήνιν Σάρνα», της είπε. «Γιατί;»
Η ελπίδα τρεμόσβησε κι αισθάνθηκε ένα βάρος στο στήθος της. «Αναζητούσα μια παλιά φίλη», απάντησε με τρεμουλιαστή φωνή. Τα καλύτερα ψέματα περιείχαν πάντα ένα εν δυνάμει ποσοστό αλήθειας. «Ήμαστε μαζί στο Φάλμε και δεν ξέρω αν επέζησε». Τα ψέματα σε Αναζητητή θεωρούνταν προδοσία, αλλά ούτως ή άλλως την πρώτη της προδοσία την είχε διαπράξει όταν λιποτάκτησε κατά τη διάρκεια της μάχης του Φάλμε.
«Ζει», είπε κοφτά ο άντρας. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού δίχως να πάρει στιγμή το βλέμμα του από πάνω της. Τα μάτια του ήταν γαλανά, και την έκαναν να θέλει τον μανδύα της πίσω. «Είναι ηρωίδα, προάχθηκε σε Κυβερνήτρια του Πρασίνου κι είναι η Αρχόντισσα Εγκήνιν Τάμαραθ. Αυτή ήταν η ανταμοιβή της εκ μέρους της Υψηλής Αρχόντισσας Σούροθ. Βρίσκεται κι αυτή στο Έμπου Νταρ. Μπορείς κάλλιστα να ανανεώσεις τη φιλία σου μαζί της και να μου αναφέρεις ποιον βλέπει, πού πηγαίνει και τι συζητά. Τα πάντα».
Η Μπέθαμιν έκλεισε ερμητικά το στόμα της, για να μην αρχίσει να γελάει υστερικά. Ο άνθρωπος αυτός κυνηγούσε την Εγκήνιν, όχι την ίδια. Δόξα στο Φως και στην απέραντη ευσπλαχνία του! Το μόνο που ήθελε να μάθει ήταν αν η γυναίκα ζούσε κι αν ήταν απαραίτητο να πάρει προφυλάξεις. Η Εγκήνιν την είχε απελευθερώθει κάποτε, ωστόσο στα δέκα χρόνια γνωριμίας τους, που είχαν προηγηθεί, αποτελούσε ζωντανό παράδειγμα επιτέλεσης καθηκόντων. Ανέκαθεν, έμοιαζε πολύ πιθανό ότι θα μετάνιωνε γι’ αυτή την παρέκκλιση, ασχέτως του πόσο θα της στοίχιζε, αλλά —άκουσον, άκουσον— δεν είχε μετανιώσει. Και τώρα, ο Αναζητητής έψαχνε την Εγκήνιν...! Διάφορες πιθανότητες ξεπήδησαν στο μυαλό της, όπως επίσης και βεβαιότητες, και δεν είχε πια όρεξη να γελάσει. Αντί γι’ αυτό, αρκέστηκε να γλείψει τα χείλη της.
«Πώς...; Πώς θα μπορούσα να ανανεώσω τη φιλία μας;» Άλλωστε, ήταν πιότερο απλή γνωριμία παρά φιλία, αλλά τώρα πια ήταν πολύ αργά για να παραδεχτεί κάτι τέτοιο. «Λες ότι ανατράφηκε από τη Γενιά, άρα μπορεί να προσφέρει κάθε είδους πληροφορία». Ο φόβος την ενθάρρυνε, αλλά της προκάλεσε ταυτόχρονα και πανικό, όπως τότε, στο Φάλμε. «Για ποιο λόγο θες να γίνω εγώ Αφουγκράστριά σου; Μπορείς να την υποβάλεις σε ανάκριση όποτε θελήσεις». Δάγκωσε το μάγουλό της από μέσα, για να συγκρατήσει τη γλώσσα της. Μα το Φως, δεν ήθελε με τίποτα να συμβεί κάτι τέτοιο. Οι Αναζητητές ήταν το κρυφό χέρι της Αυτοκράτειρας, είθε να ζήσει αιώνια. Στο όνομα της Αυτοκράτειρας, αυτός ο άντρας είχε δικαίωμα να ανακρίνει ακόμα και τη Σούροθ, ή και την ίδια την Τουόν. Βέβαια, είναι αλήθεια πως θα έβρισκε φρικτό θάνατο αν αποδεικνυόταν πως έκανε λάθος, αλλά με την Εγκήνιν το ρίσκο δεν ήταν υψηλό. Ανήκε στην κατώτερη Γενιά. Αν ανέκρινε την Εγκήνιν...