Ο άντρας την κοίταξε ξαφνικά, κι η Μπέθαμιν κατάφερε να αντικρίσει την παγωμένη του ματιά με ένα χαμόγελο. Το πρόσωπό του θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει σε οποιονδήποτε άντρα, αλλά αυτά τα μάτια... Πολύ χαιρόταν που ήταν καθιστή. Τα γόνατά της έτρεμαν τόσο, που παραξενεύτηκε που δεν φαίνονταν μέσα από τη φούστα της. «Φοβάμαι πως δεν είναι και τόσο εύκολο». Κατάφερε σχεδόν να διατηρήσει τη φωνή της σταθερή. «Σίγουρα... ξέρεις αρκετά για να προσάψεις στη Σούροθ τη δο... δολοφονία του Υψηλού Άρχοντα Τούρακ». Αν η Σούροθ αποδεικνυόταν ένοχη, ο άντρας δεν θα ανακάτευε ούτε την ίδια ούτε και την Εγκήνιν.
«Ο Τούρακ ήταν σπουδαίος άντρας, αλλά εγώ έχω καθήκον απέναντι στην Αυτοκράτειρα, είθε να ζήσει αιώνια, και, μέσω αυτής, στην Αυτοκρατορία». Ήπιε μονορούφι το μπράντυ, και το πρόσωπό του έγινε εξίσου σκληρό με τη φωνή του. «Ο θάνατος του Τούρακ είναι κόκκος σκόνης μπροστά στον κίνδυνο που αντιμετωπίζει η Αυτοκρατορία. Οι Άες Σεντάι των περιοχών αυτών επιθυμούν να εξουσιάσουν την Αυτοκρατορία, να επαναφέρουν τις μέρες του χάους και του εγκλήματος, τότε που τη νύχτα έκλεινες τα μάτια σου για να κοιμηθείς και δεν ήξερες αν θα ξυπνούσες, και σε αυτό έχουν την υποστήριξη του δηλητηριώδους σκουληκιού της προδοσίας εκ των έσω. Η Σούροθ μπορεί να μην είναι καν η κεφαλή αυτού του σκουληκιού. Για το καλό της Αυτοκρατορίας, δεν τολμώ να την κατηγορήσω μέχρι να σκοτώσω ολόκληρο το σκουλήκι. Η Εγκήνιν είναι ο μίτος που θα με οδηγήσει στο σκουλήκι, κι εσύ είσαι ο μίτος που θα με οδηγήσει στην Εγκήνιν. Οπότε, θα ανανεώσεις τη φιλία σου μαζί της, με οποιοδήποτε τίμημα. Έγινα κατανοητός;»
«Κατανοώ και υπακούω». Η φωνή της έτρεμε αλλά, για όνομα του Φωτός, τι άλλο θα μπορούσε να πει;
21
Ζήτημα Ιδιοκτησίας
Η Εγκήνιν ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα στο κρεβάτι της, με τα χέρια υψωμένα, τις παλάμες να κοιτούν το ταβάνι, και τα δάχτυλα τεντωμένα. Η γαλαζωπή φούστα της σχημάτιζε κάτι σαν βεντάλια, έτσι όπως ήταν απλωμένη στα πόδια της, και πάσχιζε να μείνει ακίνητη για να μην τσαλακώσει τις στενές πτυχές. Ο τρόπος που τα φορέματα περιόριζαν τις κινήσεις μάλλον αποτελούσε εύρημα του Σκοτεινού. Έτσι ξαπλωμένη, περιεργαζόταν τα νύχια της που παραήταν μακριά για να τραβήξει σχοινιά χωρίς να σπάσει τουλάχιστον τα μισά. Όχι ότι χειριζόταν προσωπικά τα σχοινιά των πανιών στα πλοία τα τελευταία χρόνια, αλλά ήταν έτοιμη ανά πάσα στιγμή αν χρειαζόταν.
«...σκέτη κουταμάρα!» γρύλισε ο Μπέυλ, σπρώχνοντας τα πυρωμένα κούτσουρα στο πλινθόκτιστο τζάκι. «Μα τη Μοίρα, το Γεράκι της Θάλασσας θα μπορούσε να πλεύσει κοντύτερα στον άνεμο και πιο γρήγορα από οποιοδήποτε πλοίο των Σωντσάν. Μπορεί να έπεφτε πάνω σε κανένα μπουρίνι και...» Τον άκουγε αδιάφορα και το μόνο που συμπέρανε ήταν πως είχε σταματήσει να γκρινιάζει για το δωμάτιο κι είχε καταπιαστεί πάλι με την παλιά τους διαφωνία. Το δωμάτιο με το σκούρο φάτνωμα σίγουρα δεν ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να τους προσφέρει η Περιπλανώμενη Γυναίκα, αλλά ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του, εξαιρουμένης της θέας. Τα δύο παράθυρα έβλεπαν στην αυλή των στάβλων. Μια Κυβερνήτρια του Πρασίνου ήταν ισότιμη με Λαβαροφόρο Στρατηγό, αλλά σε τούτο εδώ το μέρος οι μόνοι που ξεπερνούσε σε ιεραρχία ήταν κάποιοι υπασπιστές ή γραμματείς κατώτερων αξιωματικών του Στρατού της Αιώνιας Νίκης. Στον στρατό, όπως και στο ναυτικό, το να ανήκεις στη Γενιά δεν σήμαινε σπουδαία πράγματα, εκτός αν ανήκες στην Υψηλή Γενιά.
Το γαλαζοπράσινο βερνίκι πάνω στα νύχια των μικροσκοπικών της δαχτύλων άστραφτε. Ανέκαθεν έτρεφε ελπίδες να ανέβει στην ιεραρχία, να γίνει ακόμα και Κυβερνήτρια του Χρυσού και να έχει υπό τις διαταγές της ολόκληρο στόλο, όπως ακριβώς η μητέρα της. Ως κορίτσι, είχε ονειρευθεί ακόμη και να αναγορευθεί Χέρι της Αυτοκράτειρας στη Θάλασσα, όπως είχε συμβεί και με τη μητέρα της, να σταθεί στα αριστερά του Κρυστάλλινου Θρόνου, να γίνει σο’τζίν της ίδιας της Αυτοκράτειρας, είθε να ζήσει αιώνια, και να της επιτρέπεται να της μιλάει απ’ ευθείας. Οι νεαρές γυναίκες ανέκαθεν έκαναν ανόητα όνειρα. Επιπλέον, έπρεπε να παραδεχθεί πως, από τη στιγμή που είχε επιλεγεί για Πρόδρομος, έπρεπε να σκεφτεί σοβαρά την πιθανότητα ενός καινούργιου ονόματος. Σίγουρα δεν το ήλπιζε κι ιδιαίτερα —κάτι τέτοιο θα ήταν πάνω από τις δυνάμεις της— αλλά ο καθένας είχε υπ’ όψιν του πως η ανάκτηση κλεμμένης γης σήμαινε νέες προσθήκες στη Γενιά. Τώρα, ήταν Κυβερνήτρια του Πρασίνου, δέκα χρόνια νωρίτερα από το κανονικό, και στεκόταν στις πλαγιές αυτού του απόκρημνου βουνού, η κορυφή του οποίου υψωνόταν πάνω από τα σύννεφα, στον μεγαλόπρεπο κολοφώνα της Αυτοκράτειρας, είθε να ζήσει για πάντα.