Выбрать главу

Ωστόσο, αμφέβαλλε κατά πόσον θα της έδιναν την αρχηγία κάποιου μεγάλου πλοίου, πόσω μάλλον μίας ολόκληρης μοίρας. Η Σούροθ ισχυριζόταν πως πίστευε την ιστορία της, αλλά αν ίσχυε κάτι τέτοιο, γιατί έμεινε στο Κάντοριν; Γιατί οι διαταγές έπρεπε να παραδοθούν εδώ κι όχι σε κάποιο πλοίο; Φυσικά, ακόμα και για μια Κυβερνήτρια του Πρασίνου, αυτές ήταν οι προσταγές και τίποτα παραπάνω. Θα μπορούσε να είχε επιλεγεί για μια θέση κοντά στη Σούροθ, αν κι οι διαταγές έλεγαν πως έπρεπε να ταξιδέψει στο Έμπου Νταρ με το πρώτο διαθέσιμο μέσο και να περιμένει περαιτέρω οδηγίες. Ίσως να ήταν έτσι. Η Υψηλή Γενιά έπρεπε να μιλάει στη χαμηλότερη χωρίς τη διαμεσολάβηση της Φωνής, αλλά της ίδιας της φαινόταν πως η Σούροθ την είχε ξεχάσει με το που την απέπεμψε, αφού πρώτα έλαβε την ανταμοιβή της. Κάτι που ίσως σήμαινε πως κι η Σούροθ ήταν καχύποπτη. Ατέρμονες διαφωνίες. Όπως και να έχει, ας έπαυε ο Αναζητητής να έχει υποψίες, κι αυτή θα ζούσε με θαλασσινό νερό. Όχι ότι την υποπτευόταν και γι’ άλλα, ειδάλλως θα βρισκόταν ήδη σε κανένα κελί, ουρλιάζοντας, ωστόσο αν βρισκόταν κι εκείνος στην πόλη, θα μπορούσε κάλλιστα να την παρακολουθεί, περιμένοντας μία λάθος κίνηση. Βέβαια, δεν υπήρχε περίπτωση να τη βλάψει σωματικά ούτε στο ελάχιστο, αλλά οι Αναζητητές θεωρούνταν έμπειροι στο να τα βγάζουν πέρα με τέτοιου είδους ασήμαντες δυσκολίες. Όσον αφορούσε στην παρακολούθηση, πάντως, ας είχε τα μάτια του καρφωμένα επάνω της όσο ήθελε. Αυτή πατούσε πλέον σε στέρεο κατάστρωμα, απ’ όπου μπορούσε να ελέγχει καλύτερα τις κινήσεις της. Ίσως ήταν ανέφικτο πλέον να γίνει Κυβερνήτρια του Χρυσού, αλλά και το να αποσυρθεί ως Κυβερνήτρια του Πρασίνου αποτελούσε ιδιαίτερη τιμή.

«Λοιπόν;» ρώτησε απαιτητικά ο Μπέυλ. «Τι λες γι’ αυτό;» Πλατύστερνος, στιβαρός και δυνατός, το είδος του άντρα που ανέκαθεν προτιμούσε, στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι χωρίς το πανωφόρι του, κοιτώντας τη βλοσυρά, με τις γροθιές ακουμπισμένες στους γοφούς του. Η στάση του δεν είχε καμιά σχέση με τη στάση που παίρνει ένας σο’τζίν απέναντι στην κυρά του. Αναστενάζοντας, η γυναίκα άφησε τα χέρια της να πέσουν πάνω στην κοιλιά της. Ο Μπέυλ δεν θα μάθαινε ποτέ πώς υποτίθεται ότι έπρεπε να συμπεριφέρεται ένας σο’τζίν. Νόμιζε πως όλα ήταν ένα αστείο, κι έπαιζε λες και τίποτα δεν ήταν αληθινό. Μερικές φορές, της έλεγε πως θα ήθελε να είναι η Φωνή της, όσο συχνά κι αν του εξηγούσε ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον, αφού η ίδια δεν ανήκε στην Υψηλή Γενιά. Κάποτε, μάλιστα, τον έδειρε κι εκείνος αρνήθηκε να κοιμηθεί στο ίδιο κρεβάτι μαζί της μέχρι να του ζητήσει συγγνώμη. Άκου να του ζητήσει συγγνώμη!

Επανέφερε βεβιασμένα στο νου της όσα είχε μισσακούσει να λέει ο άντρας μέσα από τα μουγκρητά του. Ναι, έπειτα από τόσον καιρό επαναλάμβανε διαρκώς τις ίδιες διαφωνίες. Τίποτα καινούργιο. Έφερε τα πόδια της στην άκρη του κρεβατιού, σηκώθηκε κι άρχισε να ελέγχει σχολαστικά τα δάχτυλά της. Το έκανε τόσο συχνά, που της είχε γίνει συνήθειο. «Αν προσπαθούσες να ξεφύγεις, η νταμέην του άλλου πλοίου θα σου έσπαγε τα κατάρτια σαν να ήταν σπιρτόξυλα. Δεν ήταν τυχαία στάση, Μπέυλ, και το ξέρεις. Ήδη, ο πρώτος χαιρετισμός τους ήταν μια απαίτηση να μάθουν αν ήσουν από το Γεράκι της Θάλασσας. Με το που σε παρουσίασα κι ανέφερα ότι πλέαμε προς το Κάντοριν με ένα δώρο για την Αυτοκράτειρα, είθε να ζήσει αιώνια, μαλάκωσα κάπως τις υποψίες τους. Ό,τι άλλο κι αν τους έλεγα —κυριολεκτικά!— θα καταλήγαμε αλυσοδεμένοι στο αμπάρι, έτοιμοι για πούλημα μόλις φτάναμε στο Κάντοριν. Αμφιβάλλω αν θα είχαμε καν την τύχη να αντικρίσουμε τον δήμιο μας». Σήκωσε ψηλά τον αντίχειρά της. «Και κάτι τελευταίο. Αν διατηρούσες την ψυχραιμία σου, όπως σε είχα συμβουλεύσει, δεν θα κατέληγες στην εξέδρα. Μου κόστισες πάρα πολλά!» Προφανώς, κι άλλες γυναίκες στο Κάντοριν είχαν τα ίδια γούστα αναφορικά με τους άντρες, και σίγουρα η προοφορά τους στη δημοπρασία θα ήταν υπερβολική.

Πεισματάρης καθώς ήταν, ο Μπέυλ την κοίταξε κατσούφικα κι έξυσε θυμωμένα την κοντή του γενειάδα. «Εξακολουθώ να πιστεύω πως θα έπρεπε να πάψουμε να ασχολούμαστε», μουρμούρισε. «Εκείνος ο Αναζητητής δεν είχε καμιά απόδειξη ότι έκρυβα κάτι στο πλοίο».

«Οι Αναζητητές δεν χρειάζονται αποδείξεις», είπε η γυναίκα, κοροϊδεύοντας την προφορά του. «Οι Αναζητητές βρίσκουν αποδείξεις, κι η διαδικασία ανεύρεσής τους μπορεί να είναι επώδυνη». Αν αναγκαζόταν να βγάλει στην επιφάνεια αυτό που είχε παραδεχτεί κι ο ίδιος καιρό πριν, ίσως η αναζήτησή της να έφτανε στο τέλος. «Όπως και να έχει, Μπέυλ, παραδέχτηκες ήδη πως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν η Σούροθ έχει στην κατοχή της εκείνο το περιλαίμιο και τα βραχιόλια. Είναι αδύνατον να τα φορέσουν σε εκείνον, εκτός κι αν κάποιος προσεγγίσει πολύ, πράγμα που, απ’ όσο ξέρω, δεν έχει γίνει ποτέ». Απόφυγε να προσθέσει πως, ακόμα κι αν είχε συμβεί, ελάχιστη σημασία είχε. Ο Μπέυλ δεν ήταν εξοικειωμένος με τις εκδοχές των Προφητειών που υπήρχαν σε αυτή τη μεριά της Θάλασσας του Κόσμου, αλλά ήταν ανένδοτος στο ότι καμία από αυτές τις εκδοχές δεν ανέφερε πως ήταν απαραίτητο για τον Αναγεννημένο Δράκοντα να γονυπετήσει μπροστά στον Κρυστάλλινο Θρόνο. Μπορεί, βέβαια, να αποδεικνυόταν αναγκαίο για τον ίδιο να συνηθίσει αυτό το αρσενικό α’ντάμ, πράγμα που ο Μπέυλ δεν το έβλεπε. «Ό,τι έγινε, έγινε, Μπέυλ. Αν το Φως λάμψει επάνω μας, θα ζήσουμε αρκετά για να υπηρετήσουμε την Αυτοκρατορία. Λοιπόν, απ’ όσο λες, γνωρίζεις αυτή την πόλη. Υπάρχει τίποτα ενδιαφέρον να δει ή να κάνει κανείς;»