«Όλο και κάποια πανηγύρια διοργανώνονται», αποκρίθηκε ο άντρας αργά και κάπως απρόθυμα. Δεν του άρεσε καθόλου να εγκαταλείπει τα επιχειρήματά του, άσχετα από το πόσο ανώφελα ήταν. «Μερικά από δαύτα μπορεί να σου αρέσουν, άλλα πάλι σίγουρα όχι. Βλέπεις, είσαι κάπως... ιδιότροπη». Τι εννοούσε, άραγε, με αυτό; Ξαφνικά, της χαμογέλασε. «Θα μπορούσαμε να βρούμε μια Σοφή Γυναίκα. Εδώ, ακούνε τους γαμήλιους όρκους». Διέτρεξε με τα δάχτυλά του την ξυρισμένη πλευρά του κρανίου του και γύρισε το βλέμμα του προς τα επάνω, λες και προσπαθούσε να τη δει. «Βέβαια, αν λάβω υπ’ όψιν μου τη διάλεξη που μου έκανες σχετικά με τα "δικαιώματα και τα προνόμια" της θέσης μου, πως δηλαδή ένας σο’τζίν μπορεί να παντρευτεί μόνο με μια σο’τζίν, θα χρειαστεί, κατά πρώτον, να με ελευθερώσεις. Και, μα την τύχη μου, από όλα αυτά τα κτήματα που σου έχουν υποσχεθεί, δεν έχεις ακόμα ούτε ένα μέτρο. Μπορώ να ασχοληθώ ξανά με το παλιό καλό εμπόριο και να σου προφέρω σύντομα ένα κτήμα».
Η γυναίκα έμεινε με το στόμα ανοικτό. Εδώ δεν επρόκειτο για κάτι παλιό, αντιθέτως ήταν κάτι ολοκαίνουργιο. Ανέκαθεν υπερηφανευόταν πως ήταν ακριβοδίκαιη. Είχε ανέλθει στην ιεραρχία μέσω των ικανοτήτων και της τόλμης της, καθότι ήταν πια μια βετεράνος των ναυμαχιών, των καταιγίδων και των ναυαγίων. Αυτή τη στιγμή όμως ένιωθε σαν πρωτάρα που, πανικόβλητη και ζαλισμένη, κοιτάει προς τα κάτω από το μεσαίο κατάρτι, ενώ ο κόσμος ολόκληρος στριφογυρίζει γύρω της και στα μάτια της βλέπεις τη βεβαιότητα πως την επόμενη στιγμή είναι αναπόφευκτο να βρεθεί στη θάλασσα.
«Δεν είναι τόσο απλό», είπε, καθώς ανασηκωνόταν απότομα, έτσι που ο άντρας αναγκάστηκε να κάνει ένα βήμα πίσω. Η αλήθεια είναι πως σιχαινόταν να δίνει την εντύπωση πως της είχε κοπεί η ανάσα! «Η χειραφέτηση απαιτεί να σου προμηθεύω εγώ τα προς το ζην όταν σε ελευθερώσω, για να βεβαιωθώ πως έχεις την ικανότητα να τα βγάζεις πέρα μόνος σου». Μα το Φως! Τα λόγια που ξεχύνονται ασύστολα από το στόμα δεν διαφέρουν και πολύ από το να δείχνεις ξέπνοη. Φαντάστηκε τον εαυτό της πάνω σε κατάστρωμα, κι αυτό τη βοήθησε κάπως. «Στην περίπτωσή σου, υποθέτω πως εννοείς να αγοράσω ένα πλοίο», του είπε, κι ακουγόταν το λιγότερο ατάραχη. «Όπως, δε, μου υπενθύμισες μόλις πριν από λίγο, δεν έχω ακόμα καμία περιουσία. Επιπροσθέτως, θα μου ήταν εντελώς αδύνατον να σου επιτρέψω να επιστρέψεις στο λαθρεμπόριο, και το ξέρεις». Μέχρι εδώ, ό,τι έλεγε ήταν αλήθεια, τα δε υπόλοιπα απλά δεν ήταν ψέματα. Τα χρόνια που είχε περάσει στη θάλασσα ήταν επικερδή και, μολονότι το χρυσάφι που διέθετε δεν ήταν τίποτα σπουδαίο για κάποιον της Γενιάς, θα μπορούσε να αγοράσει ένα πλοίο, αρκεί ο άντρας να μην επιθυμούσε κάποιο μεγάλου εκτοπίσματος, αν και δεν είχε αρνηθεί ακριβώς ότι μπορούσε να του παράσχει αυτό που ήθελε.
Ο άντρας άπλωσε τα χέρια του, άλλο ένα πράγμα που υποτίθεται πως δεν έπρεπε να κάνει, και μια στιγμή μετά η γυναίκα ακούμπησε το μάγουλό της πάνω στον φαρδύ του ώμο κι αφέθηκε να την αγκαλιάσει. «Όλα θα πάνε καλά, κοπελιά μου», της μουρμούρισε μαλακά. «Με κάποιον τρόπο, όλα θα πάνε καλά».
«Δεν πρέπει να με αποκαλείς "κοπελιά", Μπέυλ», τον μάλωσε, κοιτώντας πέρα από τον ώμο του, προς τη μεριά του τζακιού, που φάνταζε κάπως θολό. Πριν φύγει από το Τάντσικο, είχε πάρει την απόφαση να τον παντρευτεί, μία από αυτές τις αστραπιαίες αποφάσεις που συνεισέφεραν στην υπόληψή της. Μπορεί να ήταν λαθρέμπορος, αλλά δεν είχε πρόβλημα να του το ξεκόψει. Άλλωστε, ήταν ένας άντρας ακλόνητος, δυνατός κι ευφυής, σωστός θαλασσοπόρος. Αυτό το τελευταίο, μάλιστα, το θεωρούσε απαραίτητο. Μόνο που δεν γνώριζε τα χούγια του. Σε κάποια μέρη της Αυτοκρατορίας οι άντρες ήταν εκείνοι που πρότειναν γάμο, και μάλιστα προσβάλλονταν αν το πρότεινε πρώτα η γυναίκα. Άλλωστε, η ίδια δεν είχε ιδέα από ξελογιάσματα. Οι ελάχιστοι εραστές της ήταν περίπου ισόβαθμοι, άντρες που προσέγγιζε απροκάλυπτα και παρατούσε αν κάποιος από δαύτους έπαιρνε διαταγή να υπηρετήσει σε άλλο πλοιάριο ή προαγόταν. Τώρα όμως, αυτός ο άντρας ήταν σο’τζίν. Δεν υπήρχε τίποτα κακό στο να πλαγιάζεις με τον σο’τζίν σου, φυσικά, αρκεί να μην καμάρωνες για το κατόρθωμά σου. Ο Μπέυλ θα μπορούσε κάλλιστα να φτιάξει ένα αχυρόστρωμα στα πόδια του κρεβατιού, ως συνήθως, ασχέτως αν δεν κοιμόταν ποτέ εκεί. Το να ελευθερώσεις όμως έναν σο’τζίν, να του αφαιρέσεις όλα αυτά τα δικαιώματα και τα προνόμια που χλεύαζε ο Μπέυλ, ήταν το αποκορύφωμα της ωμότητας. Όχι, έλεγε ψέματα ότι ήθελε να το αποφύγει, και το χειρότερο ήταν ότι ψευδόταν στον ίδιο της τον εαυτό. Επιθυμούσε με όλη της την καρδιά να παντρευτεί αυτόν τον άντρα, τον Μπέυλ Ντόμον, και δεν ήταν διόλου σίγουρη αν μπορούσε να πείσει τον εαυτό της να παντρευτεί απελευθερωμένη ιδιοκτησία.