«Πρέπει να του το επιτρέψεις, ειδάλλως θα αφήσεις εδώ τη λεπίδα σου μέχρι την αναχώρησή σου», είπε ήρεμα η Σαρίνε όταν ο Κύριος των Σπαθιών τράβηξε απότομα το θηκάρι από τα χέρια του στιβαρού άντρα. «Αυτή την υπηρεσία πληρώνει η Κάντσουεϊν, Κυρά των Κυμάτων. Στο Φαρ Μάντινγκ, κανείς άντρας δεν επιτρέπεται να κουβαλάει κάτι παραπάνω από το μαχαίρι της ζώνης του, εκτός κι αν είναι ειρηνικά δεσμευμένο και δεν μπορεί να τραβηχτεί. Ακόμα κι οι Φρουροί των Τειχών, όπως αυτοί εδώ οι άντρες, δεν μπορούν να τραβήξουν ξίφος όταν είναι μακριά από τον τόπο του καθήκοντός τους. Έτσι δεν είναι;» ρώτησε τον λιπόσαρκο στρατιώτη, κι αυτός απάντησε ότι έτσι ήταν κι αυτό ήταν και το σωστό.
Ανασηκώνοντας τους ώμους του, ο Μόαντ τράβηξε το ξίφος από τη φαρδιά ζώνη κι, όταν ο τύπος με το μόνιμο χαμόγελο απαίτησε το εγχειρίδιο με τη φιλντισένια λαβή, του το έδωσε κι αυτό. Τοποθετώντας το μακρόστενο εγχειρίδιο πίσω από τη ζώνη του, ο άντρας έβγαλε ένα μασούρι από εκλεπτυσμένο σύρμα από το δισάκι του κι άρχισε με επιδέξιες κινήσεις να τυλίγει το ξίφος σε ένα λεπτεπίλεπτο δίχτυ. Κάθε τόσο σταματούσε, για να αποσπάσει από τη ζώνη του μια πρέσα σφραγίδων και να τυλίξει γύρω από το σύρμα έναν μικρό μολυβένιο δίσκο, κατά τ’ άλλα όμως τα χέρια του κινούνταν γοργά και με επιδεξιότητα.
«Η λίστα με τα ονόματα θα διανεμηθεί στις άλλες δύο γέφυρες», συνέχισε η Σαρίνε, «κι οι άντρες πρέπει να παραδώσουν τα σύρματα στην εντέλεια, αλλιώς θα τους κρατήσουν μέχρι που κάποιος δικαστής αποφασίσει πως δεν έχει διαπραχθεί άλλο έγκλημα. Αλλά ακόμα κι αν δεν έχει διαπραχτεί, η τιμωρία είναι βαρύ πρόστιμο και μαστίγωμα. Οι περισσότεροι ξένοι αφήνουν τα όπλα τους πριν εισέλθουν, για να αποφύγουν τα μπλεξίματα, αλλά αυτό σημαίνει πως πρέπει να φύγουμε από αυτή τη γέφυρα. Και μόνο το Φως ξέρει προς ποια κατεύθυνση πρέπει να πάμε αν φύγουμε από δω». Κοιτώντας προς τη μεριά της Κάντσουεϊν, η οποία έμοιαζε να προσπαθεί να συγκρατήσει την Αλάνα από το να διασχίσει τη μακρόστενη γέφυρα μοναχή της, η Σαρίνε πρόσθεσε, σχεδόν μέσα από τα δόντια της: «Αν μη τι άλλο, ελπίζω πως σκέφτεται λογικά».
Η Χαρίνε ρουθούνισε. «Είναι γελοίο. Πώς θα υπερασπίσει τον εαυτό του;»
«Στο Φαρ Μάντινγκ, κανείς άντρας δεν χρειάζεται να υπερασπίσει τον εαυτό του, Κυρά». Η φωνή του γεροδεμένου άντρα ακουγόταν τραχιά, αλλά όχι ειρωνική. Απλώς, υποδήλωνε το προφανές. «Το έχουν αναλάβει οι Φρουροί του Δρόμου. Ας τολμήσει κάποιος να έχει ξίφος επάνω του και θα διαπιστώσει πόσο κακοί μπορούμε να γίνουμε. Έχω ακούσει διάφορες ιστορίες για το τι κάνουνε, Κυρά, κι εδώ δεν θέλουμε τέτοια πράγματα». Έκανε μια υπόκλιση στη Χαρίνε και πήγε προς το μέρος της φάλαγγας, ακολουθούμενος από τον άντρα με το πινάκιο.
Ο Μόαντ εξέτασε στα γρήγορα το σπαθί και το στιλέτο του, τυλιγμένα κομψά και τα δύο στη λαβή και στο θηκάρι, κι έπειτα τα άφησε, προσέχοντας να μη σκαλώσει η εσάρπα του πάνω στις σφραγίδες. «Τα ξίφη είναι χρήσιμα εκεί που αποτυγχάνει η νόηση», είπε, κι η Χαρίνε ρουθούνισε ξανά. Η Σάλον αναρωτήθηκε πως είχε αποκτήσει το σημάδι του εκείνος ο τύπος, αφού το Φαρ Μάντινγκ ήταν τόσο ασφαλές.
Διαμαρτυρίες ακούστηκαν από το βάθος, εκεί που βρίσκονταν οι υπόλοιποι άντρες, αλλά γρήγορα έπεσε σιωπή, κι η Σάλον θα έβαζε στοίχημα πως η αιτία γι’ αυτό ήταν η Μερίς. Υπήρχαν φορές που αυτή η γυναίκα έκανε την Κάντσουεϊν να μοιάζει επιεικέστατη. Οι Πρόμαχοί της ήταν σαν τα εκπαιδευμένα σκυλιά που χρησιμοποιούσαν οι Αμαγιάρ, έτοιμα να ορμήσουν με ένα σφύριγμα, και δεν είχε τον παραμικρό δισταγμό να καλέσει σε βοήθεια και τους Προμάχους των άλλων Άες Σεντάι. Πολύ σύντομα, όλα τα ξίφη είχαν δεσμούς ειρήνης, και τα υποζύγια είχαν ψαχτεί για τίποτα κρυφά όπλα. Κατόπιν, κίνησαν για τη γέφυρα, με τις οπλές των αλόγων να ηχούν έντονα πάνω στην πέτρα. Η Σάλον προσπάθησε να συμπεριλάβει ταυτόχρονα τα πάντα, όχι από ενδιαφέρον αλλά για να μην απασχολεί το μυαλό της με όσα έλειπαν.
Η γέφυρα ήταν επίπεδη και φαρδιά όσο κι ο δρόμος που άφησαν πίσω, με πέτρινες μαρκίζες στα πλευρά ικανές να εμποδίσουν μια άμαξα από το να γκρεμιστεί, χωρίς όμως να προσφέρουν καταφύγιο σε επιτιθέμενους. Επιπλέον, ήταν μακρόστενη, κάπου τρία τέταρτα του μιλίου, κι ίσια σαν βέλος. Πού και πού, όλο και κάποια βάρκα περνούσε από κάτω, κάτι που θα ήταν αδύνατον αν διέθετε κατάρτια. Ψηλοί πύργοι υψώνονταν πλευρικά από τις σιδερόπλεχτες πύλες της πόλης —η Σαρίνε είχε δώσει την ονομασία Πύλη του Κάεμλυν— όπου οι φρουροί με τα χρυσαφιά ξίφη περασμένα στους ώμους τους υποκλίνονταν στις γυναίκες κι έριχναν καχύποπτες· ματιές στους άντρες. Ο δρόμος που ανοιγόταν πιο πέρα...