Οι εκπρόσωποι της Γενιάς κι οι περισσότεροι σο’τζίν ήταν καβάλα πάνω σε όμορφα ζώα, θαλερές φοράδες με αψιδωτούς λαιμούς και ντελικάτο βηματισμό, και μουνούχια με βαθύ στήθος, αγριεμένα μάτια και δυνατά ακρώμια. Η τύχη δεν ήταν συνήθως με το μέρος του όσον αφορά στις ιπποδρομίες, αλλά κάλλιστα θα στοιχημάτιζε υπέρ του Πιπς ενάντια σε οποιοδήποτε από τα υπόλοιπα άλογο. Το καστανοκόκκινο, ευνουχισμένο άτι με την πλακουτσωτή μύτη δεν ήταν διόλου εντυπωσιακό, αλλά ο Ματ ήταν σίγουρος πως μπορούσε να ξεπεράσει στην τελική ευθεία σχεδόν όλα αυτά τα χαριτωμένα ζώα, και μάλιστα να τα αφήσει αρκετά πίσω. Ύστερα από τόσον καιρό παραμονής στους στάβλους, ο Πιπς ήθελε, αν μη τι άλλο, να ξεμουδιάσει, αν όχι να τρέξει, κι ο Ματ χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη του τη δεινότητα —η οποία προερχόταν με κάποιον τρόπο από τις αναμνήσεις άλλων αντρών— για να συγκρατήσει το ζωντανό. Ωστόσο, πριν ακόμα προλάβουν να καλύψουν τη μισή απόσταση έως τις αποβάθρες, το πόδι του άρχισε να τον πονάει μέχρι το ύψος του γοφού. Αν επρόκειτο να εγκαταλείψει σύντομα το Έμπου Νταρ, θα έπρεπε να το κάνει δια θαλάσσης ή μέσω του θιάσου του Λούκα. Στην τελευταία περίπτωση, είχε μια πολύ καλή ιδέα πώς να πείσει τον άντρα να φύγει πριν από την άνοιξη. Επικίνδυνη ιδέα ίσως, αλλά δεν έβλεπε άλλη επιλογή. Οι εναλλακτικές λύσεις ήταν ακόμα πιο επικίνδυνες.
Δεν ήταν μονάχος του εκεί πίσω. Πάνω από πενήντα άντρες και γυναίκες, που ευτυχώς φορούσαν χοντρά λευκά μάλλινα χιτώνια πάνω από τα διάφανα ρούχα με τα οποία κυκλοφορούσαν συνήθως, βάδιζαν πίσω του σε δύο σειρές, ενώ μερικοί οδηγούσαν υποζύγια με μεγάλα ψάθινα καλάθια, γεμάτα καλούδια. Η Γενιά δεν πήγαινε πουθενά χωρίς τους υπηρέτες. Η αλήθεια ήταν ότι, με τόσο λίγους, πίστευαν πως δεν θα κοιμόνταν τόσο ανάλαφρα. Οι ντα’κοβάλε σπάνια σήκωναν το βλέμμα από το λιθόστρωτο, ενώ οι ματιές τους ήταν μειλίχιες. Κάποτε, είχε δει έναν ντα’κοβάλε που τον καταδίκασαν σε μαστίγωση, έναν ξανθομάλλη στην ηλικία του περίπου, κι ο τύπος είχε σπεύσει να φέρει το εργαλείο της προσωπικής του τιμωρίας. Δεν είχε καν προσπαθήσει να καθυστερήσει ή να κρυφτεί, πόσω μάλλον να αποφύγει τον βούρδουλα. Ο Ματ δεν μπορούσε να καταλάβει τέτοιους ανθρώπους.
Μπροστά του προχωρούσαν έφιππες έξι σουλ’ντάμ, με τις κοντές σκιστές φούστες τους σηκωμένες έως τον αστράγαλο. Μια-δυο από δαύτες είχαν όντως ωραίους αστραγάλους, αλλά κάθονταν πάνω στη σέλα λες κι ανήκαν στη Γενιά. Οι κουκούλες τους ήταν ριγμένες στην πλάτη τους, αλλά δεν έδιναν σημασία στις παγερές ριπές του αέρα, που ανασήκωναν τους μανδύες τους, λες κι η παγωνιά δεν τις άγγιζε. Πλάι στα άλογα δύο γυναικών περπατούσαν δεμένες νταμέην.
Ο Ματ έριχνε κρυφές ματιές στις γυναίκες. Μία από τις νταμέην, μια κοντή γυναίκα με αχνογάλανα μάτια, ήταν συνδεδεμένη μέσω ενός ασημένιου α’ντάμ με την πλαδαρή μελαψή σουλ’ντάμ, που είχε δει να περπατάει δίπλα στην Τέσλυν. Το όνομα της μαυρομάλλας νταμέην ήταν Πιούρα. Η θαλερότητα των Άες Σεντάι ήταν εμφανής στο λείο πρόσωπό της. Δεν είχε πολυπιστέψει την Τέσλυν, όταν του είπε ότι η γυναίκα είχε γίνει αληθινή νταμέην, αλλά η γκριζομάλλα σουλ’ντάμ έγειρε χαμηλά πάνω στη σέλα της, για να πει κάτι στη γυναίκα που κάποτε λεγόταν Ράυμα Γκάλφρεϋ, κι ό,τι κι αν ήταν αυτό που είπε μουρμουριστά η σουλ’ντάμ, η Πιούρα γέλασε και χτύπησε παλαμάκια ευχαριστημένη.
Ο Ματ αναρρίγησε. Σίγουρα η γυναίκα θα φώναζε για βοήθεια αν έκανε να της βγάλει το α’ντάμ από τον λαιμό. Μα το Φως, άκου τι σκεφτόταν! Λες και δεν έφτανε που είχε να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά για λογαριασμό τριών Άες Σεντάι —που να καιγόταν, όλη την ώρα αυτό γινόταν!— και μάλιστα χωρίς να προσπαθήσει καν να πάρει μαζί του κάτι από το Έμπου Νταρ.
Το Έμπου Νταρ ήταν μεγάλο λιμάνι, ίσως μάλιστα να διέθετε το μεγαλύτερο σε έκταση αγκυροβόλιο στον γνωστό κόσμο, κι οι αποβάθρες έμοιαζαν με μακρόστενα γκρίζα δάχτυλα από πέτρα, που εξείχαν από την προκυμαία που διέτρεχε την πόλη σε όλο της το μήκος. Σχεδόν όλες οι θέσεις είχαν καταληφθεί από κάθε μεγέθους σκάφη των Σωντσάν, ενώ τα πληρώματα στα ξάρτια πανηγύριζαν ζωηρά καθώς περνούσε η Σούροθ, κι οι βροντώδεις φωνές φώναζαν το όνομά της. Οι άντρες στα άλλα πλοία κουνούσαν τα χέρια τους, φωνάζοντας κι αυτοί, αν και μερικοί έμοιαζαν μπερδεμένοι για ποιο λόγο ζητωκραύγαζαν και σε ποιον απευθύνονταν. Αναμφίβολα, πίστευαν ότι έτσι έπρεπε να κάνουν. Στα σκάφη αυτά, ο άνεμος που φύσαγε από το λιμάνι ανάδευε τις Χρυσές Μέλισσες του Ίλιαν, τις Ημισελήνους του Δακρύου, και το Χρυσό Γεράκι του Μαγιέν. Προφανώς, ο Ραντ δεν είχε δώσει διαταγή στους εμπόρους να σταματήσουν τις δοσοληψίες με τα λιμάνια που κατείχαν οι Σωντσάν, αλλά μπορεί να το έκαναν πίσω από την πλάτη του. Χρώματα άστραψαν μέσα στο μυαλό του Ματ, κι ο άντρας κούνησε το κεφάλι του για να το καθαρίσει. Οι περισσότεροι έμποροι θα έκαναν δουλειές ακόμα και με τον φονιά της μάνας τους προκειμένου να βγάλουν κέρδος.