Выбрать главу

Βγαίνοντας στον πεζόδρομο με τους κίονες που περιστοίχιζε την αυλή των στάβλων, ανασήκωσε τον γιακά του για να προφυλαχτεί από τις σταγόνες της βροχής που έφερνε μαζί του ο δυνατός αέρας που φυσούσε ανάμεσα στις ραβδωτές, άσπρες κολόνες. Καταραμένη βροχή! Μπορούσε να πνίξει άντρα χωρίς να τον αναγκάσει καν να βγει έξω. Οι επίτοιχοι φανοί είχαν σβήσει εντελώς, εκτός από τους δύο που ήταν τοποθετημένοι πλευρικά της ανοικτής πύλης κι αποτελούσαν τα μοναδικά λαμπερά σημεία στην καταρρακτώδη βροχή. Δεν διέκρινε τους φρουρούς έξω από την πύλη. Ο ουλαμός των Σωντσάν μπορούσε να στέκεται ακίνητος, λες και ραχάτευε κατά τη διάρκεια ενός ευχάριστου απογεύματος. Το πιθανότερο ήταν να έκαναν το ίδιο κι οι Εμπουνταρινοί. Δεν τους άρεσε να φανερώνονται με οποιονδήποτε τρόπο. Μια στιγμή αργότερα, χώθηκε στον προθάλαμο για να μη μουσκέψει εντελώς. Τίποτα δεν κινούνταν στην αυλή των στάβλων. Μα πού ήταν; Αίμα και στάχτες, πού...;

Καβαλάρηδες φάνηκαν στις πύλες, ενώ προπορεύονταν δύο πεζοί άντρες, που κουβαλούσαν φανούς πάνω σε πασσάλους. Αδυνατούσε να τους μετρήσει μέσα σε αυτή τη βροχή, αλλά θα πρέπει να ήταν πολλοί. Άραγε, οι αγγελιαφόροι Σωντσάν είχαν μαζί τους βαστάζους για τους φανούς; Με αυτόν τον καιρό, μπορεί. Έκανε μια γκριμάτσα κι απομακρύνθηκε άλλο ένα βήμα, στο εσωτερικό του προθαλάμου. Ο αχνός φωτισμός από έναν όρθιο φανό πίσω του ήταν αρκετός για να μετατρέψει τη νύχτα σε μαύρη κουβέρτα, αλλά ο Ματ προσπάθησε να διακρίνει κάτι. Μέσα σε λίγα λεπτά, φάνηκαν τέσσερις φιγούρες με βαριούς μανδύες, που έσπευσαν βιαστικά προς την είσοδο. Αν επρόκειτο για αγγελιαφόρους, θα τον προσπερνούσαν χωρίς να του ρίξουν δεύτερη ματιά.

«Αυτός ο άνθρωπός σου, ο Βάνιν, είναι άξεστος», σχολίασε η Εγκήνιν, ρίχνοντας πίσω την κουκούλα της με το που βρέθηκε πέρα από τις ριγωτές κολόνες. Στο σκοτάδι, το πρόσωπό της δεν ήταν παρά μια απλή σκιά, αλλά η ψυχρότητα της φωνής της αρκούσε για να τον κάνει να καταλάβει τι θα έβλεπε πριν ακόμα η γυναίκα μπει στον προθάλαμο, αναγκάζοντάς τον να κάνει ένα βήμα πίσω. Τα φρύδια της ήταν έντονα τραβηγμένα προς τα κάτω, και τα θαλασσιά της μάτια φάνταζαν σαν παγερά τρυπάνια. Την ακολουθούσε ο Ντόμον, βλοσυρός, τινάζοντας τις σταγόνες της βροχής από τον μανδύα του, και κατόπιν ένα ζευγάρι σουλ’ντάμ, η μία χλωμή και ξανθομάλλα, η άλλη με μακριά καστανά μαλλιά. Δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα περισσότερο, μια κι όλοι τους στέκονταν με τα κεφάλια κατεβασμένα, σαν να μελετούσαν το λιθόστρωτο μπροστά στα πόδια τους. «Δεν μου είπες πως είχε μαζί της δύο άντρες», συνέχισε η Εγκήνιν, βγάζοντας τα γάντια της. Ήταν περίεργο πως κατάφερνε να κάνει αυτή τη μακρόσυρτη ομιλία να ηχεί κοφτή. Δεν έδινε καμιά ευκαιρία στους άντρες να αρπαχτούν από οποιαδήποτε λέξη της. «Ούτε ότι θα ερχόταν κι η Κυρά Ανάν. Ευτυχώς που είμαι ευπροσάρμοστη. Τα πλάνα, από τη στιγμή που θα τεθούν, χρειάζονται διαρκώς προσαρμογή. Μια και μιλάμε γι’ αυτό, μήπως έτρεχες έξω; Ελπίζω να μη σε πρόσεξε κανείς».

«Τι εννοείς "χρειάζονται προσαρμογή";», ρώτησε απαιτητικά ο Ματ, περνώντας τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του. Μα το Φως, πράγματι ήταν μουσκεμένα! «Τα σχεδίασα όλα στην εντέλεια!» Γιατί αυτές οι σουλ’ντάμ στέκονταν τόσο ακίνητες; Ήταν η προσωποποίηση των αγαλμάτων της απροθυμίας. «Ποιοι είναι όλοι αυτοί εκεί έξω;»

«Οι άνθρωποι του πανδοχείου», είπε ανυπόμονα η Εγκήνιν. «Κατά πρώτον, χρειάζομαι την κατάλληλη ακολουθία, για να κοιτάει για περιπόλους του δρόμου. Εκείνοι οι δύο —Πρόμαχοι είναι;— φαίνονται μυώδεις τύποι, κατάλληλοι για κουβαλητές φανών. Επιπλέον, δεν θα ήθελα να τους χάσω με αυτήν την κοσμοχαλασιά. Καλύτερα να είμαστε όλοι εξ αρχής μαζί». Έστρεψε το κεφάλι της, ακολουθώντας το βλέμμα του Ματ προς τη μεριά των σουλ’ντάμ. «Από δω, η Σέτα Ζάρμπεϋ κι η Ρέννα Εμαίν. Υποψιάζομαι ότι ελπίζουν να ξεχάσεις τα ονόματά τους έπειτα από την αποψινή νύχτα».

Η πελιδνή γυναίκα μόρφασε με το που ακούστηκε το όνομα Σέτα, πράγμα που σήμαινε ότι η άλλη ήταν η Ρέννα. Καμία από τις δύο δεν ανασήκωσε το κεφάλι της. Τι είδους εξουσία, άραγε, είχε η Εγκήνιν επάνω τους; Όχι ότι είχε και πολλή σημασία. Το μόνο που είχε σημασία ήταν πως βρίσκονταν εδώ κι ήταν έτοιμες να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες.