Ένας πανύψηλος άντρας, τυλιγμένος με έναν μακρύ, μουσκεμένο χιτώνα και με την κουκούλα τραβηγμένη, έτσι ώστε να κρύβει το πρόσωπό του, μπήκε από τη μεριά του δρόμου, και το βλέμμα του Ραντ τον ακολούθησε στα σκαλοπάτια, στο πίσω μέρος του δωματίου. Αρχίζοντας να ανεβαίνει, ο τύπος τίναξε την κουκούλα, αποκαλύπτοντας μια τούφα γκρίζων μαλλιών κι ένα ωχρό, στενό πρόσωπο. Μάλλον δεν ήταν αυτός που εννοούσε ο υπηρέτης. Ούτε τυφλός δεν θα τον μπέρδευε με τον Πέραλ Τόρβαλ.
Ο Ραντ άρχισε να περιεργάζεται ξανά την επιφάνεια του κρασιού του, με τις σκέψεις του να γίνονται όλο και πιο δυσάρεστες. Η Μιν κι η Νυνάβε είχαν αρνηθεί να σπαταλήσουν μία ακόμη ώρα σουλατσάροντας στους δρόμους, όπως το είχε θέσει η Μιν, κι υποψιαζόταν πως η Αλίβια το μόνο που έκανε ήταν να δείχνει τα σκίτσα, αν το έκανε κι αυτό δηλαδή. Είχαν βγει και οι τρεις εκτός πόλεως, προς τη μεριά των λόφων, κρίνοντας από αυτά που τον πληροφορούσε ο δεσμός του με τη Μιν, η οποία, για κάποιο λόγο, έμοιαζε κατενθουσιασμένη. Οι τρεις γυναίκες πίστευαν πως ο Κίσμαν το είχε σκάσει, αφού απέτυχε να δολοφονήσει τον Ραντ, κι οι υπόλοιποι αποστάτες ή είχαν πάει μαζί του ή δεν είχαν έρθει καθόλου. Εδώ και μέρες προσπαθούσαν να τον πείσουν να φύγει. Ο Λαν, αν μη τι άλλο, δεν τα είχε παρατήσει ακόμα.
Και γιατί να μην έχουν δίκιο οι γυναίκες; ψιθύρισε μανιασμένα ο Λουζ Θέριν μέσα στο κεφάλι του. Η πόλη αυτή είναι χειρότερη κι από φυλακή. Εδώ, δεν υπάρχει Πηγή! Γιατί να μείνουν; Γιατί να παραμείνει οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος; Θα μπορούσαμε να βγούμε έξω, μακριά από τον φραγμό, έστω για μία μέρα ή λίγες ώρες. Μα το Φως, για λίγες ώρες μονάχα! Η φωνή άρχισε να γελάει άγρια κι ανεξέλεγκτα. Φως μου, γιατί να έχω έναν παράφρονα μέσα στο κεφάλι μου; Γιατί, γιατί;
Θυμωμένα, ο Ραντ εξανάγκασε τον Λουζ Θέριν σε έναν βουβό βόμβο, σαν μπάμπουρας που βουίζει εκεί κοντά. Είχε σκεφτεί να συνοδεύσει τις γυναίκες στη βόλτα τους, απλώς και μόνο για να αισθανθεί ξανά την Πηγή, αλλά η μόνη που έδειξε ενθουσιώδης στην ιδέα ήταν η Μιν. Η Νυνάβε κι η Αλίβια δεν είχαν φανερώσει γιατί ήθελαν να βολτάρουν εκτός, μολονότι ο πρωινός ουρανός προμήνυε τη βροχή που τώρα έπεφτε βαριά. Ο Ραντ υποπτευόταν πως δεν ήταν η πρώτη φορά που είχαν βγει έξω για να αισθανθούν την Πηγή και για να απορροφήσουν τη Μία Δύναμη ξανά, έστω και για λίγο. Τέλος πάντων, θα άντεχε την αδυναμία διαβίβασης, όπως και την απουσία της Πηγής. Ναι, μπορούσε να τα αντέξει! Έπρεπε να το κάνει, προκειμένου να καταφέρει να σκοτώσει όσους προσπάθησαν να τον δολοφονήσουν.
Δεν είναι λόγος αυτός! φώναξε μέσα στο μυαλό του ο Λουζ Θέριν, παρακάμπτοντας τις προσπάθειες του Ραντ να τον κάνει να σωπάσει. Φοβάσαι! Αν η αρρώστια σε χτυπήσει ενώ πασχίζεις να χρησιμοποιήσεις το τερ’ανγκριάλ πρόσβασης, θα σε σκοτώσει ή κάτι ακόμα χειρότερο! Θα μας σκοτώσει όλους! κραύγασε σπαρακτικά ο Λουζ Θέριν.
Λίγο κρασί χύθηκε στον καρπό του Ραντ, μουσκεύοντας το μανίκι του πανωφοριού του κι αναγκάζοντάς τον να χαλαρώσει τη λαβή του στην κούπα, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν ήταν εντελώς στρογγυλή, και δεν την είχε στραβώσει τόσο ώστε να το προσέξει κανείς. Δεν φοβόταν! Αρνούνταν να αφήσει τον φόβο να τον αγγίξει. Μα το Φως, τελικά θα πέθαινε. Το είχε αποδεχθεί.
Προσπάθησαν να με σκοτώσουν, και τους θέλω νεκρούς γι’ αυτό που πήγαν να κάνουν, συλλογίστηκε. Ίσως πάρει λίγο καιρό, αλλά η αρρώστια θα έχει περάσει έως τότε. Που να καείς, πρέπει να επιβιώσω μέχρι τη στιγμή της Τελευταίας Μάχης. Ο Λουζ Θέριν, μέσα στο κεφάλι του, γέλασε πιο άγρια από ποτέ.
Άλλος ένας ψηλός άντρας μπήκε κορδωτός, μέσα από την πόρτα που οδηγούσε στην αυλή των στάβλων, φτάνοντας σχεδόν μέχρι το πλατύσκαλο, στο πίσω μέρος του δωματίου. Τίναξε τις σταγόνες της βροχής από τον χιτώνα του, τράβηξε προς τα πίσω την κουκούλα του και βάδισε καμαρωτός προς την είσοδο του Δωματίου Γυναικών. Στο στόμα του υπήρχε χαραγμένο ένα χλευαστικό χαμόγελο, που σε συνδυασμό με τη γαμψή μύτη κι ένα βλέμμα που έπεφτε περιφρονητικά σε όσους κάθονταν στα τραπέζια, έδινε την εντύπωση πως επρόκειτο για τον Τόρβαλ, είκοσι χρόνια μεγαλύτερο και με δέκα τουλάχιστον παραπανίσια κιλά στο κορμί του. Έριξε μια ερευνητική ματιά μέσα από την κίτρινη αψίδα και φώναξε με φωνή τσιριχτή και λεπτεπίλεπτη, γεμάτη ωστόσο από τη χαρακτηριστική προφορά του Ίλιαν. «Κυρά Γκάλγκερ, πρόκειται να φύγω το πρωί. Νωρίς, άρα έχε υπ’ όψιν σου να μη με χρεώσεις για αύριο!» Ο Τόρβαλ ήταν Ταραμπονέζος.