«Πες μου, Βέριν, αν πήγαινα στην Κάντσουεϊν, θα μου μιλούσε; Εννοώ, θα μου έλεγε κάτι περισσότερο από το πόσο απεχθάνεται τους τρόπους μου; Μόνο γι’ αυτό δείχνει να νοιάζεται».
«Αχ, αγαπητέ μου. Φοβάμαι πως η Κάντσουεϊν είναι, με τον τρόπο της, προσηλωμένη στις παραδόσεις, Ραντ. Ποτέ μου δεν την άκουσα να αποκαλεί έναν άντρα ξιπασμένο, αλλά...» Ακούμπησε τα ακροδάχτυλά της πάνω στο στόμα της, βυθισμένη σε σκέψεις, κι έπειτα ένευσε, με τις σταγόνες της βροχής να κυλούν στο πρόσωπό της. «Πιστεύω πως θα ακούσει όσα έχεις να της πεις, αν φυσικά καταφέρεις να εξαλείψεις την άσχημη εντύπωση που της έδωσες. Ή, τουλάχιστον, να τη σβήσεις όσο είναι δυνατόν. Ελάχιστες αδελφές εντυπωσιάζονται από τίτλους και στέμματα, Ραντ, κι η Κάντσουεϊν λιγότερο απ’ όλες. Νοιάζεται πολύ περισσότερο αν ο κόσμος είναι τρελός ή όχι. Αν της αποδείξεις πως εσύ δεν είσαι, θα σε ακούσει».
«Οπότε, πες της...» Ο Ραντ πήρε μια βαθιά ανάσα. Μα το Φως, πόσο ήθελε να στραγγαλίσει με τα ίδια του τα χέρια τον Κίσμαν και τον Ντασίβα κι όλο το σινάφι! «Πες της πως θα φύγω αύριο από το Φαρ Μάντινγκ κι ότι ελπίζω να έρθει μαζί μου ως σύμβουλος». Ο Λουζ Θέριν ξεφύσηξε ανακουφισμένος ακούγοντας το πρώτο μέρος της δήλωσης του. Αν ήταν κάτι παραπάνω από μια απλή φωνή, ο Ραντ θα έπαιρνε όρκο πως πέτρωσε μόλις άκουσε τη συνέχεια. «Πες της πως αποδέχομαι τους όρους της. Ζητώ συγγνώμη για τη συμπεριφορά μου στην Καιρχίν και θα κάνω ό,τι μπορώ για να έχω καλύτερους τρόπους στο μέλλον». Οι δηλώσεις του δεν ήταν και τόσο ζόρικες, αλλά, εκτός κι αν η Μιν έκανε λάθος, είχε ανάγκη την Κάντσουεϊν. Άλλωστε, η Μιν δεν λάθευε ποτέ στα οράματά της.
«Ώστε βρήκες εδώ αυτό που έψαχνες;» Ο Ραντ την κοίταξε βλοσυρά κι εκείνη χαμογέλασε και τον χτύπησε στοργικά στο μπράτσο. «Αν ήρθες στο Φαρ Μάντινγκ με το σκεπτικό ότι θα μπορούσες να κατακτήσεις την πόλη ανακοινώνοντας ποιος είσαι, θα έφευγες μόλις συνειδητοποιούσες ότι αδυνατούσες να διαβιβάσεις. Πράγμα που σημαίνει ότι ψάχνεις κάτι ή κάποιον».
«Ίσως βρήκα αυτό που χρειάζομαι», της αποκρίθηκε τραχιά. Μόνο που δεν ήταν αυτό που ήθελε.
«Τότε, έλα απόψε στο παλάτι της Μπαρσάλα στα Ύψη, Ραντ. Εκεί θα σου πουν πώς μπορείς να βρεις αυτό που ψάχνεις. Είμαι σίγουρη πως θα θέλει πολύ να ακούσει τι έχεις να πεις». Μετακίνησε τον μανδύα της και φάνηκε να προσέχει για πρώτη φορά την υγρασία πάνω στο μάλλινο. «Να πάρει. Πρέπει να στεγνώσω. Σου προτείνω να κάνεις το ίδιο». Μισογύρισε να φύγει, αλλά σταμάτησε απότομα και κοίταξε πάνω από τον ώμο της, προς τη μεριά του. Τα μαύρα της μάτια δεν βλεφάριζαν διόλου. Ξαφνικά, δεν έμοιαζε καθόλου αναστατωμένη. «Θα μπορούσες να διαλέξεις για σύμβουλο κάποια πολύ χειρότερη από την Κάντσουεϊν, Ραντ, αλλά αμφιβάλλω αν θα διάλεγες καλύτερη. Αν δεχτεί, κι αν φυσικά δεν φανείς ανόητος, θα σου πρότεινα να ακούς τις συμβουλές της». Απομακρύνθηκε γλιστρώντας μέσα στη βροχή, μοιάζοντας όσο ποτέ άλλοτε με κοντόχοντρο κύκνο.
Υπάρχουν φορές που αυτή η γυναίκα με τρομάζει, μουρμούρισε ο Λουζ Θέριν, κι ο Ραντ συγκατένευσε. Η Κάντσουεϊν δεν τον τρόμαζε, αλλά τον έκανε να είναι επιφυλακτικός. Οποιαδήποτε Άες Σεντάι δεν είχε ορκιστεί στο όνομά του, τον έκανε επιφυλακτικό απέναντί της, εκτός από τη Νυνάβε. Αλλά και γι’ αυτήν ακόμα, δεν ήταν απολύτως σίγουρος.
Η βροχή καταλάγιασε ενώ ο Ραντ είχε πάρει τον δρόμο προς την Κεφαλή του Συμβουλίου, δύο μίλια μακρύτερα, αλλά ο αέρας δυνάμωσε κι η πινακίδα πάνω από την είσοδο, ζωγραφιομένη με τη σθεναρή εικόνα μιας γυναίκας που φοράει τη γεμάτη κοσμήματα κορωνίδα της Πρώτης Συμβούλου, κουνιόταν πέρα-δώθε πάνω στους τριζάτους αρμούς της. Η κοινή αίθουσα ήταν μικρότερη από εκείνη του Χρυσού Τροχού, αλλά τα πλαίσια στους τοίχους ήταν σκαλιστά και στιλβωμένα, ενώ τα τραπέζια κάτω από τα κόκκινα δοκάρια της οροφής δεν είχαν πολύ κόσμο. Η είσοδος προς το Δωμάτιο Γυναικών ήταν επίσης βαμμένη κόκκινη και σκαλισμένη σαν περίτεχνη δαντέλα, όπως και τα ανώφλια των ωχρών, μαρμάρινων τζακιών. Στην Κεφαλή του Συμβουλίου, οι υπηρέτες έπιαναν τα μακριά τους μαλλιά με γυαλισμένες αργυρές πιάστρες. Μονάχα δύο ήταν παρόντες. Στέκονταν κοντά στην πόρτα της κουζίνας, αλλά στα τραπέζια υπήρχαν τρεις άντρες όλοι κι όλοι, ξένοι έμποροι που κάθονταν μακριά ο ένας από τον άλλον, καθένας αφοσιωμένος στην κούπα με το κρασί που είχε μπροστά του. Ίσως ήταν ανταγωνιστές, καθότι πού και πού μετακινούνταν πάνω στα καθίσματα τους κι αλληλοκοιτιόνταν συνοφρυωμένοι. Ο ένας από δαύτους, ένας γκριζομάλλης άντρας, φορούσε ένα σκούρο γκρίζο μεταξωτό πανωφόρι, ενώ ένας λιγνός τύπος με σκληρό πρόσωπο είχε κρεμασμένη στο αυτί του μια κόκκινη πέτρα σε μέγεθος αυγού περιστεριού. Η Κεφαλή του Συμβουλίου παρείχε στέγη στους πλουσιότερους ξενομερίτες εμπόρους, και προς το παρόν δεν υπήρχαν πολλοί τέτοιοι στο Φαρ Μάντινγκ.