Όταν ήμουν πιτσιρίκος, υπήρχαν ρολά κρέατος που τα έλεγαν κρεατόπιτες, μουρμούρισε ο Λουζ Θέριν. Θα μπορούσαμε να αγοράσουμε στην επαρχία, και...
Πετώντας την πίτα από το ένα χέρι στο άλλο, και με τη θερμότητα να απορροφάται από τα γάντια του, ο Ραντ κατέπνιξε τη φωνή. «Θα ήθελα να μάθω τι άνθρωπος είναι αυτός που έφτιαξε τις μπότες μου. Για παράδειγμα, είναι καχύποπτος με τους ξένους; Κάποιος που είναι καχύποπτος απέναντι σου, δεν κάνει και την καλύτερη δουλειά».
«Μάλιστα, Κυρά», είπε ο άντρας χωρίς σαγόνι, σκύβοντας το κεφάλι του σε μια παχύσαρκη κι αλλήθωρη, γκριζομάλλα γυναίκα. Τύλιξε τέσσερις κρεατόπιτες σε ένα συνηθισμένο κομμάτι χαρτί και της το έδωσε πριν πάρει τα νομίσματα που του πρόσφερε. «Ευχαρίστησή μου, Κυρά. Το Φως να σε έχει καλά». Η γυναίκα απομακρύνθηκε χωρίς να πει λέξη, κρατώντας σφιχτά τις τυλιγμένες πίτες κάτω από τον μανδύα της, κι ο άντρας έκανε μια ξινή γκριμάτσα μόλις ξεμάκρυνε. Κατόπιν, έστρεψε και πάλι την προσοχή του στον Ραντ. «Ο Ζέραμ δεν ήταν ποτέ καχύποπτος, αλλά κι αν κάποτε ήταν, θα του το είχε κόψει προ πολλού η Μίλσα. Η γυναίκα του, δηλαδή. Από τότε που παντρεύτηκε και το τελευταίο τους παιδί, η Μίλσα νοικιάζει τον τελευταίο όροφο. Όποτε, δηλαδή, βρίσκει ενοικιαστή που να μην τον νοιάζει αν κλειδώνουν τη νύχτα». Γέλασε. «Η Μίλσα έχει βάλει σκαλοπάτια που οδηγούν στον τρίτο όροφο, έτσι που να είναι κάπως ιδιωτικός, αλλά δεν θέλησε να πληρώσει για να βάλει και μια καινούργια πόρτα, οπότε η κάτω μεριά της σκάλας καταλήγει στο μαγαζί, το οποίο κλειδώνει τη νύχτα επειδή δεν έχει σε κανέναν εμπιστοσύνη. Θα τη φας αυτή την πίτα ή θα την κοιτάς;»
Ο Ραντ δάγκωσε γρήγορα, σκούπισε το καυτό ζουμί από το πηγούνι του και πήγε κάτω από το γείσο ενός μικρού μαχαιροπωλείου. Σε όλο το μήκος του δρόμου, ο κόσμος όλο και κάτι τσιμπούσε από τους μικροπωλητές με τα φαγάδικα, κρεατόπιτες, ψητό ψάρι ή στριφογυριστούς χάρτινους κώνους παραγεμισμένους με ψημένα μπιζέλια. Τρεις-τέοσερις άντρες, ψηλοί όσο κι ο ίδιος, και δύο ή τρεις γυναίκες ψηλές όσο κι οι περισσότεροι άντρες του δρόμου, θα πρέπει να ήταν Αελίτες κι Αελίτισσες. Μπορεί ο τύπος με το ανύπαρκτο σαγόνι να μην ήταν τόσο πανούργος όσο φαινόταν, ή μπορεί να έφταιγε το ότι ο Ραντ δεν είχε φάει τίποτα από το πρωί. Ο Ραντ ήθελε να καταβροχθίσει μετά βουλιμίας ολόκληρη την πίτα και να αγοράσει άλλη μία, αντί γι’ αυτό όμως, ανάγκασε τον εαυτό του να φάει αργά. Ο Ζέραμ φαινόταν να κάνει καλή δουλειά. Μια σταθερή και συνεχόμενη ροή κόσμου έμπαινε στο μαγαζί του, κι οι πιο πολλοί κουβαλούσαν μπότες για μαντάρισμα. Ακόμα κι αν άφηνε τους επισκέπτες να ανεβαίνουν χωρίς να ειδοποιήσει, θα τους αναγνώριζε εύκολα αργότερα, κάτι που θα έκαναν και δυο-τρεις άλλοι ακόμα.
Αν οι αποστάτες είχαν νοικιάσει τον τελευταίο όροφο από τη γυναίκα του υποδηματοποιού, δεν θα είχαν ιδιαίτερο πρόβλημα αν τους κλείδωναν τη νύχτα. Στα νότια, μια αλέα με απότομη κατωφέρεια χώριζε τον υποδηματοποιό από μια μονώροφη κατοικία, αλλά από την άλλη μεριά ένα διώροφο κτήριο με μια ράφτρα στο ισόγειο ακουμπούσε τοίχο με τοίχο στο κτήριο του υποδηματοποιού. Το κτήριο του Ζέραμ δεν είχε παράθυρα, παρά μόνο στην πρόσοψη —ο Ραντ είχε ελέγξει την πίσω μεριά κι είδε πως υπήρχε ένα άλλο σοκάκι για τα σκουπίδια— αλλά θα έπρεπε να υπάρχει και πρόσβαση στη στέγη, σε περίπτωση που ο σχιστόλιθος χρειαζόταν επιδιόρθωση. Από εκεί, μπορούσε κανείς να φτάσει με σχετική ευκολία στη στέγη του διπλανού διώροφου, να διασχίσει τρεις ακόμα οροφές προτού φτάσει σε ένα χαμηλό κτήριο, ένα κηροποιείο, και να πηδήξει εύκολα στον δρόμο ή στο σοκάκι πίσω από τα κτήρια. Ο κίνδυνος δεν ήταν μεγάλος τη νύχτα, αλλά ακόμα και τη μέρα, αν απέφευγες τον δρόμο και πρόσεχες να μην πέσεις πάνω στις περιπόλους των Φρουρών. Έτσι όπως έστριβε η Οδός του Γαλάζιου Κυπρίνου, τα πλησιέστερα παρατηρητήρια βρίσκονταν εκτός οπτικού πεδίου.
Δύο άντρες, που πλησίασαν το μαγαζί του υποδηματοποιού, τον ανάγκασαν να στρέψει αλλού το βλέμμα του, προσποιούμενος ότι κοιτάει μέσα από τα φουσκωτά τζάμια του μικρού μαχαιροπωλείου μια σειρά ψαλιδιών και μαχαιριών, τα οποία ήταν δεμένα πάνω σε μια σανίδα. Ο ένας από τους άντρες ήταν ψηλός, αν κι όχι ψηλότερος από τους Αελίτες. Οι βαθιές κουκούλες έκρυβαν τα πρόσωπά τους, αλλά ούτε ο ένας ούτε ο άλλος κουβαλούσαν μαζί τους μπότες, και παρ’ όλο που κρατούσαν σφιχτά τους μανδύες και με τα δύο χέρια, ο αέρας έκανε τις άκρες τους να ανεμίζουν, φανερώνοντας το κάτω μέρος θηκαρωμένων σπαθιών. Μια ριπή ανέμου ανασήκωσε την κουκούλα από το πρόσωπο του κοντύτερου άντρα κι αυτός την ξανατράβηξε πίσω, αλλά η ζημιά είχε γίνει. Ο Τσαρλ Γκέντγουιν συνήθιζε να έχει τα μαλλιά του μαζεμένα στον σβέρκο του με μια ασημένια πιάστρα, η οποία επάνω της είχε μια τεράστια πορφυρή πέτρα, αλλά εξακολουθούσε να δείχνει σκληροτράχηλος και να αποπνέει προκλητικότητα. Η παρουσία του Γκέντγουιν υποδήλωνε πως ο άλλος ήταν ο Τόρβαλ. Ο Ραντ μπορούσε να πάρει όρκο. Κανείς από τους υπόλοιπους δεν ήταν τόσο ψηλός.