«Ίσως πολύ, Άρχοντά μου. Ο Βασιλιάς Άιλρον προκάλεσε σε μάχη τους Σωντσάν κοντά στην πόλη Τζεραμέλ, περίπου εκατό μίλια δυτικά από δω. Αυτό συνέβη σχεδόν δέκα μέρες πριν». Το στόμα του Μπάλγουερ σούφρωσε στιγμιαία από οργή. Αποστρεφόταν την ανακρίβεια· αποστρεφόταν την άγνοια. «Οι αξιόπιστες πληροφορίες είναι λίγες, αλλά αναμφίβολα οι Αμαδισιανοί στρατιώτες είναι νεκροί, αιχμάλωτοι ή διασκορπισμένοι στα γύρω μέρη. Θα μου έκανε τρομερή εντύπωση αν έχουν παραμείνει καμιά εκατοστή ενωμένοι, κι αυτοί όπου να ’ναι θα καταφύγουν στις ληστείες. Ο ίδιος ο Άιλρον πιάστηκε αιχμάλωτος μαζί με όλη την αυλή του. Η Αμαδισία έπαψε πια να έχει αξιόλογη τάξη ευγενών».
Ο Πέριν σημείωσε στο μυαλό του ότι είχε χάσει το στοίχημα. Συνήθως, ο Μπάλγουερ άρχιζε με τα νέα για τους Λευκομανδίτες. «Πολύ κρίμα για την Αμαδισία. Για όσους αιχμαλωτίστηκαν, τέλος πάντων». Σύμφωνα με τον Μπάλγουερ, οι Σωντσάν εφάρμοζαν σκληρές μεθόδους μεταχείρισης σε όσους συλλαμβάνονταν ως αιχμάλωτοι υπό τα όπλα. Έτσι, η Αμαδιοία είχε απομείνει δίχως στρατό και δίχως ευγενείς που θα μπορούσαν να ηγηθούν ενός καινούργιου στρατεύματος. Τώρα, τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει τους Σωντσάν από το να εξαπλωθούν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, μολονότι φαίνεται πως το κατάφερναν με ταχύτατους ρυθμούς, ακόμα κι όταν συναντούσαν αντίσταση. Το καλύτερο για τον Πέριν ήταν να προωθηθεί ανατολικά μόλις ο Μασέμα έφτανε στον καταυλισμό, κι έπειτα να προχωρήσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε και για όσο άντεχαν οι άντρες και τα άλογά τους.
Όλα αυτά τα ανέφερε στον Μπάλγουερ κι εκείνος ένευσε καταφατικά, με ένα ελαφρύ χαμόγελο επιδοκιμασίας. Προφανώς, εκτιμούσε ιδιαίτερα τον Πέριν όταν αυτός αναγνώριζε την αξία των αναφορών του.
«Και κάτι άλλο, Άρχοντά μου», συνέχισε ο άντρας. «Οι Λευκομανδίτες πήραν μέρος στη μάχη, αλλά φαίνεται πως ο Βάλντα κατάφερε να απομακρύνει τους περισσότερους τελικά. Είχε με το μέρος του την τύχη του Σκοτεινού. Κανείς δεν φαίνεται να γνωρίζει πού πήγαν. Για την ακρίβεια, κάθε φήμη αναφέρει και διαφορετική κατεύθυνση. Αν μου επιτρέπεται να εκφραστώ, η εκτίμησή μου είναι πως πήγαν ανατολικά, μακριά από τους Σωντσάν». Προς τα Άμπιλα, φυσικά.
Άρα δεν είχε χαθεί το στοίχημα, παρ’ όλο που δεν ήταν αυτή η πρώτη είδηση που ανέφερε ο άντρας. Ισοπαλία, μάλλον. Πέρα μακριά, ένα γεράκι αρμένιζε ψηλά, στον ασυννέφιαστο ουρανό, κατευθυνόμενο βόρεια. Θα έφτανε στον καταυλισμό πολύ πριν από αυτόν, Ο Πέριν αναπολούσε την εποχή που οι σκοτούρες του ήταν ελάχιστες, όσες κι αυτού του γερακιού. Σε σύγκριση με τις τωρινές, τουλάχιστον. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε.
«Υποψιάζομαι πως οι Λευκομανδίτες ενδιαφέρονται περισσότερο να αποφύγουν τους Σωντσάν παρά να ενοχλήσουν εμάς, Μπάλγουερ. Όπως και να έχει όμως, δεν μπορώ να κινηθώ γρηγορότερα, ούτε από αυτούς, ούτε από τους Σωντσάν. Το δεύτερο νέο αφορούσε στην αφεντιά τους μήπως;»
«Όχι, Άρχοντά μου. Απλώς έκρινα ότι είχε ενδιαφέρον». Ο Μπάλγουερ φαινόταν να μισεί τα Τέκνα του Φωτός, ειδικότερα τον Βάλντα —ζήτημα κακομεταχείρισης του πρώτου από τον δεύτερο στο παρελθόν, υποπτευόταν ο Πέριν— αλλά, όπως κι οτιδήποτε άλλο πάνω σε αυτόν τον άντρα, επρόκειτο για ένα μίσος ξερό, ψυχρό. Αδιάφορο. «Η δεύτερη είδηση έχει να κάνει με άλλη μία μάχη που έδωσαν οι Σωντσάν, αυτή τη φορά στη νότια Αλτάρα. Πιθανότατα εναντίον Άες Σεντάι, αν και κάποιοι αναφέρουν άντρες με την ικανότητα της διαβίβασης». Μισογυρνώντας πάνω στη σέλα του, ο Μπάλγουερ κοίταξε πίσω, προς τη μεριά του Γκρέηντυ και του Νιλντ με τα μαύρα πανωφόρια. Ο Γκρέηντυ είχε πιάσει κουβέντα με τον Ιλάυας κι ο Νιλντ με τον Άραμ, αλλά κι οι δύο Άσα’μαν έμοιαζαν να έχουν στραμμένη την προσοχή τους στα δάση, όπως οι Πρόμαχοι στην οπισθοφυλακή. Οι Άες Σεντάι κι οι Σοφές μιλούσαν εξίσου χαμηλόφωνα. «Με όποιον κι αν πολέμησαν, Άρχοντά μου, είναι σαφές πως οι Σωντσάν έχασαν τη μάχη κι αναχαιτίστηκαν στο Έμπου Νταρ».
«Αυτά είναι καλά νέα», είπε ξερά ο Πέριν. Τα Πηγάδια του Ντουμάι άστραψαν στο μυαλό του για άλλη μια φορά, εντονότερα από πριν. Για μια στιγμή, βρέθηκε ξανά πλάτη με πλάτη με τον Λόιαλ, να πολεμά απεγνωσμένα, σίγουρος πως κάθε του ανάσα ήταν κι η τελευταία. Για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα, αναρρίγησε. Ο Ραντ, τουλάχιστον, γνώριζε σχετικά με τους Σωντσάν, γι’ αυτό δεν έπρεπε να ανησυχεί.
Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πως ο Μπάλγουερ τον κοιτούσε, και μάλιστα εξεταστικά, σαν πουλί που περιεργάζεται ένα παράξενο έντομο. Τον είχε δει που αναρρίγησε. Ο μικρόσωμος άντρας ήθελε να γνωρίζει τα πάντα, αλλά υπήρχαν κάποια μυστικά που ποτέ δεν θα μάθαινε κανείς.
Το βλέμμα του Πέριν στράφηκε ξανά στο γεράκι, το οποίο ήταν μόλις ορατό ακόμα και σε εκείνον. Του έφερε στο μυαλό τη Φάιλε, αυτό το ασυγκράτητο γεράκι, που είχε για σύζυγο. Αυτό το όμορφο γεράκι. Έβγαλε από το μυαλό του τους Σωντσάν, τους Λευκομανδίτες, τις μάχες, ακόμα και τον Μασέμα. Προσωρινά, τουλάχιστον.