Выбрать главу

«Ας πάμε λίγο πιο γρήγορα», φώναξε στους υπόλοιπους. Το γεράκι θα έβλεπε τη Φάιλε πριν τη δει εκείνος αλλά, αντίθετα από το πουλί, αυτός θα έβλεπε την αγαπημένη της καρδιάς του. Σήμερα, δεν θα της έβαζε τις φωνές, ό,τι κι αν έκανε.

2

Αρπαγμένη

Το γεράκι χάθηκε σύντομα κι ο δρόμος άδειασε από τους άλλους ταξιδιώτες, αλλά όσο κι αν ο Πέριν πίεζε την κατάσταση, παγωμένα αυλάκια που θα μπορούσαν να σπάσουν το πόδι ενός αλόγου ή τον λαιμό ενός αναβάτη δεν επέτρεπαν ανάπτυξη ταχύτητας. Ο άνεμος κουβαλούσε πάγο καθώς κι υποσχέσεις ότι αύριο θα χιόνιζε ξανά. Ήταν πια προχωρημένο απόγευμα όταν πέρασαν μέσα από τα δέντρα και βγήκαν σε λευκές μάζες χιονιού που, κατά τόπους, έφταναν μέχρι τα γόνατα των αλόγων, καλύπτοντας το τελευταίο μίλι μέχρι τον καταυλισμό του δάσους, όπου είχε αφήσει τους Διποταμίτες, όπως επίσης και τους Αελίτες, τους Μαγιενούς και τους Γκεαλντανούς. Και τη Φάιλε. Τίποτα δεν ήταν όπως το περίμενε.

Πεντακόσια βήματα από τον βραχώδη λόφο με την επίπεδη κορυφή, όπου οι Σοφές είχαν στήσει τις χαμηλές σκηνές τους, είχαν παραταχθεί οι Μαγιενοί με τους γκρίζους μανδύες, κάπου εννιακόσιοι από δαύτους, με τα άλογά τους να ποδοκροτούν ανυπόμονα και με τους κόκκινους μανδύες και τα μακρόστενα, πορφυρά σημαιάκια στις λόγχες να κυματίζουν στην ψυχρή αύρα. Λίγο πιο κοντά στον λόφο και κάπως παράπλευρα, στην αντικριστή όχθη ενός παγωμένου χειμάρρου, οι Γκεαλντανοί σχημάτιζαν ένα εξίσου μεγάλο τείχος από ακόντια, αυτά με πράσινα σημαιάκια. Οι πράσινοι επενδύτες κι οι πανοπλίες των έφιππων στρατιωτών φάνταζαν μουντά, συγκρινόμενα με τις κόκκινες περικεφαλαίες και τους θώρακες των Μαγιενών, αλλά οι αξιωματικοί τους αστραποβολούσαν μέσα σε ασημιές πανοπλίες, πορφυρά πανωφόρια και μανδύες, με κόκκινα κρόσσια να στολίζουν σαγίσματα και χαλινάρια. Ένα έξοχο θέαμα, για παρέλαση, μόνο που δεν παρήλαυναν. Οι Φτερωτοί Φρουροί ήταν στραμμένοι προς τη μεριά των Γκεαλντανών, κι οι Γκεαλντανοί αντίκριζαν τον λόφο. Η κορυφή του λόφου ήταν στεφανωμένη από Διποταμίτες με βαλλίστρες ανά χείρας. Κανείς δεν είχε ρίξει βέλος ακόμη, μολονότι κάθε άντρας είχε ένα τοποθετημένο στην εγκοπή του όπλου του. Επρόκειτο για τρέλα.

Σπιρουνίζοντας τον Αναχαιτιστή κι αναγκάζοντάς τον να καλπάσει με όλη του τη δύναμη, ο Πέριν ξεχύθηκε μέσα στο χιόνι, ακολουθούμενος από τους υπολοίπους, μέχρι που έφτασε στον επικεφαλής του σχηματισμού των Γκεαλντανών. Εκεί βρίσκονταν η Μπερελαίν, φορώντας έναν κόκκινο μανδύα με φθαρμένη γούνα, ο Γκαλίν, ο μονόφθαλμος Αρχηγός των Φτερωτών Φρουρών της, κι η Ανούρα, η Άες Σεντάι σύμβουλός της, όλοι προφανώς λογομαχώντας με τον Πρώτο Αξιωματικό της Αλιάντρε, έναν κοντό και σκληροτράχηλο τύπο ονόματι Γκέραρντ Αργκάντα, ο οποίος κουνούσε τόσο έντονα το κεφάλι του, ώστε ο παχύς θύσανος των λευκών φτερών έτρεμε πάνω στη λαμπερή του περικεφαλαία. Η Πρώτη του Μαγιέν έμοιαζε έτοιμη να φάει σίδερο, ενώ ο εκνευρισμός ήταν έκδηλος πίσω από τη φαινομενική ηρεμία της Άες Σεντάι. Ο Γκαλίν ψηλάφιζε την περικεφαλαία με τα κόκκινα φτερά, που κρεμόταν από τη σέλα του, λες κι ήταν αναποφάσιστος αν έπρεπε να τη φορέσει ή όχι. Μόλις πρόσεξαν τον Πέριν, διέκοψαν τη λογομαχία κι έστρεψαν τα άτια τους προς το μέρος του. Η Μπερελαίν κάθισε όρθια πάνω στη σέλα της και τα μαύρα της μαλλιά ανέμιζαν στον άνεμο, ενώ η άσπρη φοράδα της με τους όμορφους αστραγάλους έτρεμε κι ο αφρώδης ιδρώτας της από το πολύ τρέξιμο πάγωνε στα πλευρά της.

Με τόσους ανθρώπους μαζεμένους, ήταν σχεδόν αδύνατον να ξεχωρίσει τις ατομικές τους οσμές, αλλά ο Πέριν δεν χρειαζόταν τη μύτη του για να αναγνωρίσει την ταραχή που φόρτιζε την ατμόσφαιρα. Πριν απαιτήσει να πληροφορηθεί τι στο Φως πίστευαν πως έκαναν, η Μπερελαίν μίλησε με τέτοια πορσελάνινη τυπικότητα, ώστε τον ανάγκασε να ανοιγοκλείσει τα μάτια του ως πρώτη αντίδραση.

«Άρχοντα Πέριν, η Αρχόντισσα σύζυγός σας κι εγώ κυνηγούσαμε παρέα με τη Βασίλισσα Αλιάντρε, όταν δεχθήκαμε επίθεση από Αελίτες. Κατόρθωσα να διαφύγω. Καμία άλλη από την ομάδα μας δεν έχει επιστρέψει ακόμη, αν κι ίσως οι Αελίτες κρατούν αιχμαλώτους. Έστειλα ένα απόσπασμα ακοντιστών για αναγνώριση. Βρισκόμασταν περίπου δέκα μίλια προς τα νοτιοανατολικά, πράγμα που σημαίνει πως μέχρι το σούρουπο θα έχουν έρθουν με νέα».

«Αιχμαλωτίστηκε κι η Φάιλε;» ρώτησε βαριά ο Πέριν. Ακόμα και πριν περάσουν στην Αμαδισία από την Γκεάλνταν, είχαν ακούσει φήμες ότι οι Αελίτες έκαιγαν και λαφυραγωγούσαν, αλλά πάντα ενεργούσαν κάπου αλλού, σε κάποιο από τα επόμενα χωριά, αν όχι και μακρύτερα ακόμα. Ποτέ δεν βρίσκονταν τόσο κοντά ώστε να προκαλούν ανησυχία ή για να είναι σίγουροι πως όσα άκουγαν ήταν κάτι παραπάνω από φήμες. Άλλωστε, τι άλλο να έκαναν όταν ήταν υποχρεωμένοι να εκτελέσουν τις διαταγές αυτού του καταραμένου του Ραντ αλ’Θόρ; Και με τι τίμημα, μάλιστα!