Ο Αργκάντα σπιρούνισε το ψηλό, παρδαλό μουνούχι του, προσπερνώντας το μαύρο άλογο με το βαρύ στήθος του Γκαλίν κι αγνοώντας το οργισμένο αγριοκοίταγμα του Μαγιενού. Το στόμα του Πρώτου Αξιωματικού ξεστόμισε λέξεις γεμάτες θυμό πίσω από τη λαμπερή προσωπίδα της περικεφαλαίας του, αλλά ο Πέριν δεν άκουσε τίποτα. Στο μυαλό του κλωθογύριζε διαρκώς η Φάιλε. Ω, Φως μου, η Φάιλε! Ένιωθε το στήθος του δεμένο με ατσαλένιες λουρίδες. Βρισκόταν στο πρόθυρο του πανικού, κρεμασμένος με τα ακροδάχτυλά του από το χείλος ενός γκρεμού.
Άπλωσε απεγνωσμένα το νου του, αναζητώντας λυσσαλέα τους λύκους. Ο Ιλάυας θα πρέπει να το είχε επιχειρήσει ήδη —άλλωστε, δεν θα πανικοβαλλόταν σε καμιά περίπτωση, ακούγοντας αυτά τα νέα— αλλά έπρεπε να προσπαθήσει κι ο ίδιος.
Τους αναζήτησε και τους βρήκε, τις αγέλες των Τριδάχτυλων, του Κρύου Νερού, του Λυκόφωτος, των Φυτρωμένων Κεράτων κι άλλες. Πόνος ξεχείλισε μαζί με την ικεσία του για βοήθεια, πόνος που όχι μόνο δεν μειωνόταν, αλλά αυξανόταν ολοένα μέσα του. Είχαν ακούσει για τον Νεαρό Ταύρο και τον συλλυπήθηκαν για το χαμένο του ταίρι, αλλά απείχαν από τα δίποδα πλάσματα, που τρομοκρατούσαν τα θηράματα και σήμαιναν θάνατο για οποιονδήποτε μοναχικό λύκο πιανόταν αιχμάλωτος. Υπήρχαν τόσο πολλές αγέλες διπόδων, τόσο πεζών όσο κι έφιππων πάνω στα τετράποδα όντα με τα δυνατά πόδια, που δεν ήξεραν αν κάποιο από τα πλάσματα που γνώριζαν ήταν αυτό που έψαχνε ο άντρας. Γι’ αυτούς, όλα τα δίποδα ήταν ίδια, αξεχώριστα, εκτός από αυτά που είχαν την ικανότητα της διαβίβασης και τα ελάχιστα που μπορούσαν να συνομιλήσουν μαζί τους. Θρήνησε, του είπαν, συνέχισε να προχωράς και θα τη συναντήσεις ξανά στο Λυκίσιο Όνειρο.
Μία-μία, οι εικόνες που το μυαλό του μετέτρεπε σε λόγια άρχισαν να χάνονται, μέχρι που μόνο μία παρέμεινε στην επιφάνεια. Θρήνησε, και θα τη συναντήσεις ξανά στο Λυκίσιο Όνειρο. Ύστερα, χάθηκε κι αυτή.
«Ακούς;» τον ρώτησε κάπως τραχιά ο Αργκάντα. Δεν ήταν πια ο ευγενής με την ήρεμη έκφραση και, παρά τα μετάξια και το κεντητό χρυσάφι πάνω στο ασήμι του θώρακα του, το παρουσιαστικό του δεν διέφερε από αυτό που πράγματι ήταν, ένας ψαρομάλλης στρατιώτης που, μικρό αγόρι ακόμα, άδραχνε τη λόγχη και κουβαλούσε επάνω του μια ντουζίνα σημάδια. Τα σκοτεινά του μάτια ήταν εξίσου σχεδόν πυρετικά με των αντρών του Μασέμα. Μύριζε οργή και φόβο. «Ετούτοι οι άγριοι απήγαγαν και τη Βασίλισσα Αλιάντρε!»
«Θα βρούμε τη Βασίλισσα σου μόλις βρούμε τη γυναίκα μου», είπε ο Πέριν με φωνή παγερή και τραχιά σαν την κόψη του τσεκουριού του. Έπρεπε να είναι ζωντανή. «Υποθέτω πως πρέπει να μου πεις περί τίνος πρόκειται, μια και φαίνεσαι έτοιμος να κάνεις έφοδο. Σε αυτήν την περίπτωση, θα έρθεις αντιμέτωπος με τους δικούς μου». Φυσικά, είχε κι άλλες ευθύνες. Ήταν πολύ πικρόχολο να παραδεχτεί κάτι τέτοιο. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία, εκτός από τη Φάιλε. Τίποτα άλλο! Ωστόσο, οι Διποταμίτες ήταν όντως οι δικοί του.
Ο Αργκάντα τσίγκλησε το άτι του, σίμωσε τον Πέριν και του άρπαξε το μανίκι με μια γαντοφορεμένη γροθιά. «Θα με ακούσεις, θες, δεν θες! Η Πρώτη Αρχόντισσα Μπερελαίν λέει πως ήταν Αελίτες αυτοί που πήραν τη Βασίλισσα Αλιάντρε, κι υπάρχουν πολλοί από δαύτους που έχουν βρει καταφύγιο ανάμεσα στις τάξεις των τοξοτών σου. Κάποιοι από τους άντρες μου θα ήθελαν πολύ ευχαρίστως να τους κάνουν μερικές ερωτήσεις». Η θυμωμένη ματιά του στράφηκε για μια στιγμή πίσω, προς τη μεριά της Εντάρα και της Καρέλ. Ίσως να του πέρασε από το μυαλό πως επρόκειτο για Αελίτισσες, χωρίς τοξότες να του φράζουν τον δρόμο.
«Ο Πρώτος Αξιωματικός έχει... παρακουραστεί», μουρμούρισε η Μπερελαίν, ακουμπώντας το χέρι της στο άλλο μπράτσο του Πέριν. «Του εξήγησα πως κανείς από τους παρόντες Αελίτες κι Αελίτισσες δεν έχει την παραμικρή ανάμειξη. Είμαι σίγουρη πως μπορώ να τον πείσω...»
Ο Πέριν την παραμέρισε, τραβώντας το μπράτσο του από την αρπάγη του Γκεαλντανού. «Η Αλιάντρε μού ορκίστηκε πίστη, Αργκάντα. Εσύ ορκίστηκες να την υπακούς, πράγμα που αυτομάτως με κάνει κύριό σου. Είπα πως θα βρω την Αλιάντρε μόλις βρω τη Φάιλε». Η κόψη του τσεκουριού. Ναι, ήταν όντως ζωντανή ακόμα. «Ούτε θα ανακρίνεις, ούτε θα αγγίξεις κανέναν, εκτός κι αν σου πω εγώ. Το μόνο που θα κάνεις είναι να πάρεις τους άντρες σου αυτή τη στιγμή, να επιστρέψετε στον καταυλισμό σας και να ετοιμαστείτε για αναχώρηση μόλις δώσω εντολή. Αν δεν είστε έτοιμοι μέχρι τότε, θα σας αφήσουμε πίσω».