«Δεν θα υπάρξει η παραμικρή αλλαγή σχεδίων, Άρχοντα Γκαλίν». Υπήρχαν φορές που ξεχνούσε κανείς ότι αυτή η γυναίκα διοικούσε ένα έθνος, καίτοι μικρό σαν το Μαγιέν, αλλά η φωνή της είχε τον ηγεμονικό τόνο που θα ταίριαζε σε Βασίλισσα του Άντορ. Ίσιωσε την πλάτη της, κάνοντας τη σέλα να μοιάζει με θρόνο, και μίλησε αρκετά δυνατά, για να βεβαιωθεί ότι θα άκουγαν όλοι την απόφασή της. Η φωνή της είχε μια σταθερότητα, έτσι ώστε όλοι να καταλάβουν ότι η απόφαση είχε ήδη ληφθεί. «Αν όντως είμαστε περικυκλωμένοι από εχθρούς, είτε προχωρήσουμε, είτε γυρίσουμε, είναι το ένα και το αυτό. Ακόμα, όμως, κι αν ήταν δέκα φορές ασφαλέστερο να γυρίσουμε, εγώ θα προχωρούσα. Σκοπεύω να ελευθερώσω τη Φάιλε, ακόμα κι αν χρειαστεί να αντιμετωπίσω χίλια Σκοτεινόσκυλα μαζί με άλλους τόσους Τρόλοκ. Έχω πάρει όρκο!»
Επευφημίες ακολούθησαν τη δήλωση της, Φτερωτοί Φρουροί που φώναζαν κι ύψωναν τα δόρατά τους στον αέρα, με τις κόκκινες σημαιούλες ν’ ανεμίζουν. Η οσμή του φόβου παρέμενε, αλλά οι στρατιώτες δήλωναν έτσι την πρόθεσή τους να τα βάλουν με τους Τρόλοκ, όσοι κι αν ήταν, παρά να ξεπέσουν στα μάτια της Μπερελαίν. Μπορεί να τους διοικούσε ο Γκαλίν, αλλά ένιωθαν περισσότερη στοργή για την ηγέτιδά τους, παρά τη φήμη που είχε αποκτήσει σχετικά με τους άντρες. Ίσως και γι’ αυτό, εν μέρει. Χάρη στην ικανότητα της Μπερελαίν να βάζει έναν άντρα που την έβρισκε ελκυστική να τσακωθεί μ’ έναν άλλον, το Δάκρυ δεν είχε καταφέρει να καταπιεί το Μαγιέν. Από τη μεριά του, ο Πέριν είχε μείνει άναυδος. Η γυναίκα φάνταζε εξίσου αποφασιστική με τον ίδιο! Μύριζε αποφασιστικότητα! Ο Γκαλίν έσκυψε το ψαρό του κεφάλι σε ένδειξη απρόθυμης αποδοχής κι η Μπερελαίν έκανε ένα μικρό νεύμα ικανοποίησης, πριν στρέψει την προσοχή της στην Άες Σεντάι δίπλα στην πέτρινη πλάκα.
Η Μασούρι είχε πάψει να κουνάει τα χέρια της γύρω-γύρω κι ατένιζε τα χνάρια σκεπτική, έχοντας ένα δάχτυλο ακουμπισμένο στα χείλη της. Ήταν χαριτωμένη, χωρίς να είναι εξαιρετικά όμορφη, αν και μέρος του παρουσιαστικού της μπορεί να οφειλόταν στη θολερότητα των Άες Σεντάι, μαζί με τη χάρη και την κομψότητα, που ίσως προερχόταν επίσης από το γεγονός ότι ήταν Άες Σεντάι. Πολλές φορές, ήταν δύσκολο να διακρίνεις μια αδελφή που είχε γεννηθεί σε αγρόκτημα κι είχε περάσει τη ζωή της κάνοντας αγγαρείες από μία άλλη που είχε γεννηθεί σε ένα μεγαλόπρεπο παλάτι. Ο Πέριν την είχε δει να αναψοκοκκινίζει και να θυμώνει, καταβεβλημένη και με τσακισμένα νεύρα, ωστόσο, παρά τα δύσκολα ταξίδια και τη ζωή που έκανε στις σκηνές των Αελιτών, τα μαύρα μαλλιά της και τα ρούχα της ήταν τόσο περιποιημένα, που θα έλεγες πως διέθετε προσωπική υπηρέτρια. Έμοιαζε σαν να βρίσκεται μέσα σε βιβλιοθήκη.
«Έμαθες τίποτα, Μασούρι;» ρώτησε η Μπερελαίν. «Μασούρι, σου μιλάω. Μασούρι;»
Η τελευταία λέξη της βγήκε λίγο πιο κοφτά κι η Μασούρι αναπήδησε ξαφνιασμένη, λες κι εξεπλάγη μόλις αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν μόνη. Πολύ πιθανόν να εξεπλάγη. Από πολλές απόψεις, έμοιαζε πιότερο με τις αδελφές του Πράσινου Άτζα παρά του Καφετιού, καθότι ήταν περισσότερο συγκεντρωμένη στη δράση παρά στην ενατένιση και μιλούσε πάντα επί του θέματος χωρίς ποτέ να λέει αοριστίες, αλλά ήταν ικανή να χαθεί σε κάτι που θα της τραβούσε το ενδιαφέρον ολοκληρωτικά. Σταύρωσε τα χέρια στη μέση της κι άνοιξε το στόμα της για να μιλήσει, αλλά, αντί γι’ αυτό, δίστασε και κοίταξε ερωτηματικά τις Σοφές.
«Μίλα, λοιπόν, κορίτσι μου», της είπε η Νέβαριν γεμάτη ανυπομονησία, βάζοντας τις γροθιές στους γοφούς της. Τα βραχιόλια της κουδούνισαν. Η χαραγμένη βλοσυρότητα στο πρόσωπο της την έκανε να φαίνεται κάτι παραπάνω από τον συνηθισμένο εαυτό της, αλλά καμιά από τις υπόλοιπες Σοφές δεν έμοιαζε πιο επιδοκιμαστική. Τρία συνοφρυώματα στη σειρά, που έδιναν την εντύπωση τριών κουρούνων με ξεπλυμένα μάτια πίσω από φράχτη. «Δεν σ’ αφήσαμε να το κάνεις μόνο και μόνο για να ικανοποιήσεις την περιέργειά σου. Τελείωνε. Πες μας τι έμαθες».
Η Μασούρι αναψοκοκκίνισε, αλλά άρχισε να μιλάει χωρίς περιστροφές, με το βλέμμα της καρφωμένο στην Μπερελαίν. Δεν της άρεσε να την επιτιμούν δημοσίως, άσχετα από το τι ήξερε ο καθένας για τη σχέση της με τις Σοφές. «Δεν υπάρχουν και πολλές πληροφορίες για τα Σκοτεινόσκυλα, αλλά έχω κάνει μελέτη επί του θέματος, ας πούμε. Στο παρελθόν, συναπαντήθηκα μ’ εφτά κοπάδια συνολικά, δύο φορές με πέντε από δαύτα και τρεις φορές με άλλα δύο». Το αναψοκοκκίνισμα άρχισε να σβήνει από τα μάγουλά της, και λίγο-λίγο η γυναίκα άρχισε να μιλάει λες κι έδινε διάλεξη. «Κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς ισχυρίζονται πως υπάρχουν μόνο εφτά κοπάδια, κάποιοι άλλοι μιλούν για εννέα ή δεκατρία ή κάποιο άλλο νούμερο, στο οποίο αποδίδουν ξεχωριστή σημασία, αλλά κατά τη διάρκεια του Πολέμου των Τρόλοκ, η Σορελάνα Άλσααν έγραψε για τα "εκατό κοπάδια των κυνηγόσκυλων της Σκιάς, που στοιχειώνουν τη νύχτα", κι ακόμα νωρίτερα, η Άιβονελ Μπαρατίγια υποτίθεται πως έγραψε σχετικά με τα "κυνηγόσκυλα που η Σκιά γεννά σε αριθμούς που μόνο στους εφιάλτες του βιώνει το ανθρώπινο είδος". Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως η Άιβονελ ίσως μιλούσε κάπως αποκρυφιστικά. Όπως και να έχει, η...» έκανε μια κίνηση σαν να έψαχνε για τη λέξη. «Μυρωδιά δεν είναι η κατάλληλη λέξη, ούτε οσμή. Η αίσθηση που αποπνέει το κάθε κοπάδι είναι μοναδική, και μπορώ να δηλώσω με πάσα βεβαιότητα ότι αυτό εδώ δεν το έχω ξανασυναντήσει, επομένως ο αριθμός "εφτά" είναι λάθος. Ανεξάρτητα από το αν ο σωστός αριθμός είναι "εννέα", "δεκατρία" ή κάποιος άλλος, οι ιστορίες για τα Σκοτεινόσκυλα είναι πολύ πιο συνηθισμένες από τα ίδια κι εξαιρετικά σπάνιες τόσο νότια της Μάστιγας. Άλλη μία σπανιότητα: μπορεί να υπάρχουν μέχρι και πενήντα Σκοτεινόσκυλα σε αυτό το κοπάδι. Δέκα-δώδεκα είναι το σύνηθες όριο. Χρήσιμο συμπέρασμα: δύο σπανιότηχες μαζί απαιτούν ξεχωριστή προσοχή». Έκανε μια παύση, ανασήκωσε το ένα της δάχτυλο για να δώσει έμφαση, ένευσε μόλις κατάλαβε όχι η Μπερελαίν έπιασε το νόημα, και σταύρωσε ξανά τα χέρια της. Η ριπή μιας αύρας πέταξε από τον ένα της ώμο τον καφεκίτρινο μανδύα της, αλλά η Μασούρι δεν φάνηκε να συνειδητοποιεί την ξαφνική έλλειψη ζεστασιάς.