«Υπάρχει πάντα μια αίσθηση επιτακτικότητας στα χνάρια των Σκοτεινόσκυλων, αλλά ποικίλλει εξαιτίας διάφορων παραγόντων, για τους περισσότερους εκ των οποίων δεν μπορώ να είμαι σίγουρη. Σ’ ετούτα εδώ τα ίχνη υπάρχει ένα έντονο μείγμα από... ανυπομονησία, θα μπορούσαμε να πούμε. Δεν είναι πολύ δυνατό —κάτι σαν τσίμπημα— αλλά αρκεί. Θα έλεγα πως το κυνήγι τους έχει αρχίσει εδώ κι αρκετό καιρό, αλλά το θήραμά τους ξεγλιστράει με κάποιον τρόπο. Άσχετα από τις ιστορίες — επί τη ευκαιρία, Άρχοντα Γκαλίν, το αλάτι δεν κάνει την παραμικρή ζημιά στα Σκοτεινόσκυλα». Άρα, δεν ήταν ολοκληρωτικά χαμένη στις σκέψεις της προηγουμένως. «Παρά τα όσα αναφέρονται στις ιστορίες, ποτέ δεν κυνηγούν στην τύχη, μολονότι σκοτώνουν στην πρώτη ευκαιρία, με την προϋπόθεση η ευκαιρία αυτή να μην παρεμποδίσει το κυνήγι τους. Για τα Σκοτεινόσκυλα, το κυνήγι είναι ο υπέρτατος σκοπός. Το θήραμα έχει πολύ μεγάλη σημασία για τους σκοπούς της Σκιάς, αν και μερικές φορές δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον λόγο. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις όπου δεν μπήκαν στον κόπο να σκοτώσουν τους ισχυρούς, προκειμένου να ξεκάνουν μια αγρότισσα ή έναν τεχνίτη. Άλλες φορές, πάλι, αναφέρθηκε όχι μπήκαν σε μια πόλη ή σ’ ένα χωριό κι έφυγαν δίχως να σκοτώσουν κανέναν, παρ’ όλο που είχαν πάει για κάποιον συγκεκριμένο λόγο. Η πρώτη μου σκέψη σχετικά με τον λόγο του ερχομού τους εδώ πρέπει να απορριφθεί, μια κι έφυγαν τελικά». Το βλέμμα της πετάχτηκε προς τη μεριά του Πέριν τόσο γρήγορα, ώστε ο άντρας δεν ήταν καν σίγουρος πως το είχε προσέξει κάποιος άλλος. «Βάσει των παραπάνω, αμφιβάλλω αν θα επιστρέψουν. Α, ναι... Έχει περάσει κάτι παραπάνω από μία ώρα από τότε που έφυγαν. Φοβάμαι πως αυτά ήταν όσα είχα να σας πω». Η Νέβαριν κι οι υπόλοιπες Σοφές ένευσαν καταφατικά καθώς η Μασούρι ολοκλήρωνε την αφήγησή της, κι ένα ελαφρύ αναψοκοκκίνισμα εμφανίστηκε στα μάγουλά της, παρ’ όλο που χάθηκε γρήγορα μόλις στα χαρακτηριστικά της γυναίκας φάνηκε η γαλήνια μάσκα των Άες Σεντάι. Η ανάλαφρη αύρα έφερε τη μυρωδιά της προς το μέρος του Πέριν, μια οσμή έκπληξης κι ευχαρίστησης, αλλά κι ανησυχίας λόγω αυτής της ευχαρίστησης.
«Ευχαριστούμε, Μασούρι Σεντάι», είπε με τυπικότητα η Μπερελαίν, κάνοντας μια μικρή υπόκλιση πάνω στη σέλα της. Η Μασούρι ανταπέδωσε με ένα ελαφρύ γέρσιμο του κεφαλιού της. «Νιώθουμε μεγαλύτερη ανακούφιση πλέον».
Πράγματι, η μυρωδιά του φόβου ανάμεσα στους στρατιώτες είχε αρχίσει να χάνεται, αν κι ο Πέριν άκουσε τον Γκαλίν να μουγκρίζει μέσα από τα δόντια του: «Θα μπορούσε ν’ αναφέρει στην αρχή αυτές τις τελευταίες πληροφορίες».
Η ακοή του Πέριν αντιλήφθηκε και κάτι άλλο μέσα από το δυνατό ποδοκρότημα των αλόγων στο έδαφος, και το σιγανό, γεμάτο ανακούφιση, γέλιο των αντρών. Η τρίλια μιας σιαλίας ακούστηκε από τα νότια, πέρα από το ακουστικό βεληνεκές οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου, ακολουθούμενη από τον χαρακτηριστικό βόμβο του καλέσματος ενός κρυφόσπινου. Άλλη μια σιαλία ακούστηκε, πιο κοντά, κι ακολούθησε ξανά ο ήχος του κρυφόσπινου, και το ζευγάρι επανέλαβε το κάλεσμα ακόμη πιο κοντά. Μπορεί να υπήρχαν σιαλίες και κρυφόσπινοι στην Αλτάρα, αλλά ο Πέριν ήξερε ότι τα συγκεκριμένα κουβαλούσαν βαλλίστρες από τους Δύο Ποταμούς. Η σιαλία σήμαινε ότι τους προσέγγιζαν αρκετοί άντρες, πιθανόν με εχθρικές διαθέσεις. Ο κρυφόσπινος, που κάποιοι πίσω στην πατρίδα τον έλεγαν «κλεφτοπούλι» εξαιτίας της συνήθειάς του να αρπάζει φανταχτερά αντικείμενα, από την άλλη... Ο Πέριν διέτρεξε με το δάχτυλό του την ακμή του τσεκουριού του, αλλά περίμενε άλλο ένα κάλεσμα, πιο κοντινό, για να το αντιληφθούν κι οι υπόλοιποι.