Η Ανούρα άνοιξε το στόμα της για να μιλήσει, αλλά το έκλεισε ερμητικά έπειτα από το προειδοποιητικό άγγιγμα της Καρέλ, αγριοκοιτάζοντας τη Μασούρι. Η Καφετιά αδελφή σούφρωσε τα χείλη της και κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, κάτι που δεν φάνηκε να κατευνάζει την Ανούρα. Τα γαντοφορεμένα της χέρια άδραξαν τόσο σφικτά τα χάμουρα, που άρχισαν να τρέμουν.
Η Νέβαριν κοίταξε τον Πέριν, πίσω από την Μπερελαίν, λες και διάβαζε το μυαλό του. «Σχεδιάζουμε να σε στείλουμε με ασφάλεια πίσω στον καταυλισμό, Πέριν Αϋμπάρα», απάντησε κοφτά, «μαζί με την Μπερελαίν Πεηρόν. Σχεδιάζουμε να σώσουμε όσο περισσότερους μπορούμε, και τώρα και στο μέλλον. Έχεις καμιά αντίρρηση;»
«Μην κάνετε τίποτα μέχρι να σας πω», αποκρίθηκε ο Πέριν. Η απάντησή του μπορούσε να σημαίνει πολλά πράγματα. «Τίποτα».
Η Νέβαριν κούνησε το κεφάλι της απηυδισμένη, ενώ η Καρέλ έβαλε τα γέλια, λες κι ο Πέριν είχε πει κάτι πολύ αστείο. Από πλευράς Σοφών, καμία δεν έδινε την εντύπωση ότι όφειλε να υπακούσει. Είχαν διαταχτεί να τον υπακούουν, αλλά η αντίληψή τους περί υπακοής δεν συμβάδιζε με όσα είχε μάθει ο Πέριν. Πιο πιθανό να έβγαζαν τα γουρούνια φτερά, παρά να λάμβανε εκ μέρους τους κάποια σοβαρή απάντηση.
Έπρεπε να βάλει ένα τέλος σε όλη αυτή την κατάσταση. Το ήξερε. Άσχετα από τα σχέδια των Σοφών, μια συνάντησή τους με τον Μασέμα τόσο μακριά από τον καταυλισμό —ειδικά εφ’ όσον ο άντρας γνώριζε ποιος είχε κλέψει το έγγραφο των Σωντσάν— ήταν σαν να ήλπιζες να προλάβεις να τραβήξεις το χέρι σου από το αμόνι πριν σε κοπανήσει το σφυρί. Η Μπερελαίν ήταν εξίσου ανεπίδεκτη με τις Σοφές στο θέμα της εφαρμογής των εντολών, αλλά ο Πέριν πίστευε πως θα υπάκουε αν έδινε εντολή να απομακρυνθούν από τον καταυλισμό. Έτσι θαρρούσε, τουλάχιστον, γιατί, ανεξάρτητα από το τι υποδήλωνε η οσμή της, ήταν προσγειωμένη γυναίκα. Η παραμονή της στο σημείο ήταν αδιανόητο ρίσκο. Ήταν σίγουρος πως θα μπορούσε να την πείσει εύκολα. Από την άλλη, δεν ήθελε να φανεί πως απέφευγε τον Μασέμα. Ένα μέρος του εαυτού του του έλεγε πως είχε φερθεί ανόητα, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος υπέβοσκε μια οργή που ήταν δύσκολο να καταστείλει. Ο Άραμ στριμώχτηκε πλάι του, κατσουφιασμένος, χωρίς να έχει ξεθηκαρώσει το σπαθί του τουλάχιστον. Αν άρχιζε να το κραδαίνει, η ομήγυρη θα αναστατωνόταν σ’ ελάχιστο χρόνο κι η ώρα που θα έρχονταν αντιμέτωποι με τον Μασέμα δεν είχε φτάσει ακόμα. Ο Πέριν ακούμπησε τεμπέλικα το χέρι του πάνω στη λαβή του τσεκουριού του. Όχι ακόμα.
Παρά τις έντονα λοξές ακτίνες φωτός που διαπερνούσαν τα πυκνά κλαδιά πάνω από το κεφάλι τους, το δάσος φάνταζε τυλιγμένο στις μουντές σκιές της χαραυγής. Ακόμα και το μεσημέρι, ήταν σκοτεινά εδώ. Το αυτί του Πέριν έπιασε κάποιους ήχους, τον πνιχτό κι υπόκωφο γδούπο οπλών πάνω στο χιόνι και τη βαριά ανάσα αλόγων που ζορίζονται για να επιταχύνουν τον βηματισμό τους. Τότε, εμφανίστηκε μια ομάδα καβαλάρηδων, ένα άτακτο πλήθος που, παρά το χιόνι και το τραχύ έδαφος, κάλπαζε ανάμεσα στα πανύψηλα δέντρα με βόρεια κατεύθυνση. Δεν ήταν μονάχα εκατό, αλλά δύο-τρεις φορές περισσότερο. Ένα άλογο έπεσε χλιμιντρίζοντας στο έδαφος, κι απέμεινε να τινάζει τα πόδια του έχοντας καταπλακώσει τον αναβάτη του, μα κανείς από τους υπόλοιπους δεν επιβράδυνε μέχρι που, εβδομήντα-ογδόντα πόδια μακρύτερα, ο επικεφαλής σήκωσε το χέρι του κι οι άντρες τράβηξαν τα χαλινάρια, σταματώντας την πορεία των αλόγων τους μ’ έναν πίδακα χιονιού. Τα ζωντανά έβγαζαν αφρούς, ξεφυσούσαν και άσθμαιναν εξαντλημένα. Εδώ κι εκεί, δόρατα ξεπηδούσαν ανάμεσα στους ιππείς. Οι περισσότεροι δεν φορούσαν πανοπλία, ενώ πολλοί δεν είχαν παρά έναν θώρακα ή μια περικεφαλαία, ωστόσο οι σέλες τους ξεχείλιζαν από ξίφη, τσεκούρια και ρόπαλα. Οι ακτίνες του ηλιόφωτος έπεφταν πάνω σε μερικά πρόσωπα, σε βλοσυρούς άντρες με ρηχό βλέμμα, που θα έλεγες όχι μόνο ότι δεν είχαν χαμογελάσει ποτέ, αλλά κι ότι ούτε επρόκειτο.
Η σκέψη πως ίσως έσφαλε επειδή δεν είχε πάρει το πάνω χέρι από την Μπερελαίν ξεπήδησε ξαφνικά στο μυαλό του Πέριν. Να τι συμβαίνει όταν παίρνεις βιαστικές αποφάσεις κι όταν η οργή υπερκαλύπτει την ορθή σκέψη. Όλος ο κόσμος γνώριζε ότι η Μπερελαίν έβγαινε συχνά το Πρωί, κι ο Μασέμα ίσως ήθελε απεγνωσμένα να ανακτήσει το έγγραφο των Σωντσάν. Ακόμα και με τη βοήθεια των Άες Σεντάι και των Σοφών, σίγουρα θα χυνόταν αίμα σε μια πιθανή μάχη σε αυτό το πυκνό δάσος, σε μια αψιμαχία όπου άντρες και γυναίκες θα πέθαιναν δίχως να καταφέρουν να δουν ποιος τους είχε σκοτώσει. Στην περίπτωση που δεν επιζούσε κανείς τους, θα μπορούσαν κάλλιστα να κατηγορηθούν οι ληστοσυμμορίτες ή ακόμα κι οι Σάιντο. Είχε συμβεί και στο παρελθόν. Αλλά κι αν ακόμα υπήρχαν κάποιοι μάρτυρες, ο Μασέμα δεν είχε πρόβλημα να κρεμάσει μερικούς άντρες του, για να φανεί ότι τιμωρήθηκαν οι ένοχοι. Το πιθανότερο, όμως, ήταν πως επιθυμούσε να διατηρήσει ζωντανό για λίγο ακόμα τον Πέριν Αϋμπάρα, αν και μάλλον δεν περίμενε να δει τις Σοφές ή μια δεύτερη Άες Σεντάι. Άλλο να θυσιάσεις καμιά πενηνταριά άντρες, κι άλλο την ίδια τη Φάιλε. Ο Πέριν χαλάρωσε το τσεκούρι του στη θηλιά που είχε περασμένη στη ζώνη του. Δίπλα του, η Μπερελαίν μύριζε παγερή ηρεμία και βραχώδη αποφασιστικότητα. Παραδόξως, η οσμή του φόβου είχε εξανεμιστεί. Ούτε ίχνος. Ο Άραμ μύριζε... έξαψη.