Οι δύο ομάδες στάθηκαν αντικριστά, περιεργαζόμενες σιωπηλά η μία την άλλη, μέχρι Που τελικά ο Μασέμα βγήκε μπροστά, ακολουθούμενος μόνο από δύο άντρες. Και οι τρεις είχαν τραβηγμένες τις κουκούλες, ενώ κανείς τους δεν φορούσε περικεφαλαία ή θώρακα. Όπως ο Μασέμα, ο Νένγκαρ κι ο Μπάρτου ήταν Σιναρανοί κι, όπως ο Μασέμα, είχαν ξυρίσει τις κορυφές των μαλλιών τους, αφήνοντας τα κεφάλια τους γυμνά. Ο ερχομός του Αναγεννημένου Δράκοντα είχε σπάσει όλους τους δεσμούς, συμπεριλαμβανομένων όσων υποχρέωναν αυτούς τους άντρες να πολεμούν τη Σκιά κατά μήκος της Μάστιγας. Ο Νένγκαρ κι ο Μπάρτου κουβαλούσαν από ένα ξίφος στην πλάτη κι είχαν άλλο ένα κρεμασμένο στο μπροστάρι της σέλας, ενώ ο Μπάρτου, ο κοντύτερος μεταξύ των δύο, είχε επίσης προσδεμένα στη σέλα του ένα θηκαρωμένο τόξο και μια φαρέτρα. Ο Μασέμα δεν οπλοφορούσε, φαινομενικά τουλάχιστον. Ο Προφήτης του Αναγεννημένου Δράκοντα δεν είχε ανάγκη από όπλα. Ο Πέριν χάρηκε βλέποντας τον Γκαλίν να παρακολουθεί σχολαστικά τους άντρες που ο Μασέμα είχε αφήσει πίσω του, γιατί υπήρχε κάτι πάνω σ’ αυτόν τον άνθρωπο που αιχμαλώτιζε το βλέμμα. Μπορεί να είχε σχέση με την επίγνωση του ποιος ήταν, αλλά θα πρέπει να ήταν και κάτι παραπάνω.
Ο Μασέμα σταμάτησε το ψηλόλιγνο καστανοκόκκινο άλογό του σε απόσταση μερικών βημάτων από τον Πέριν. Ο Προφήτης ήταν ένας σκουρόχρωμος, βλοσυρός άντρας, μετρίου αναστήματος, μ’ ένα αχνό λευκό σημάδι από βέλος να διατρέχει το μάγουλό του. Φορούσε ένα φθαρμένο καφετί μάλλινο πανωφόρι κι έναν σκούρο μανδύα με ξεφτισμένες άκρες. Ο Μασέμα δεν ενδιαφερόταν για την εξωτερική εμφάνιση των ανθρώπων, πολύ λιγότερο δε για τη δική του. Οι ματιές που έριχναν ο Νένγκαρ κι ο Μπάρτου, πίσω του, ήταν πυρετώδεις, αλλά τα βαθουλωτά, σχεδόν μαύρα, μάτια του Μασέμα φάνταζαν σαν πυρωμένα κάρβουνα σε σιδηρουργείο, λες και το φύσημα της αύρας θα τα έκανε να ανάψουν, ενώ η οσμή του ανέδιδε αυτή την μπερδεμένη κι οξεία δριμύτητα της ατόφιας παράνοιας. Αγνόησε τις Σοφές και τις Άες Σεντάι με χαρακτηριστική καταφρόνια, την οποία δεν μπήκε στον κόπο να κρύψει· κατά την άποψή του, οι Σοφές ήταν χειρότερες κι από Άες Σεντάι. Όχι μόνο βλασφημούσαν διαβιβάζοντας μέσω της Μίας Δύναμης, αλλά ήταν κι απολίτιστες Αελίτισσες μέχρι το κόκαλο. Διπλό αμάρτημα. Οι Φτερωτοί Φρουροί δεν διέφεραν από απλές σκιές κάτω από τα δέντρα. «Κάνεις πικνίκ;» ρώτησε τον Πέριν, ρίχνοντας μια ματιά στο καλάθι που κρεμόταν από τη σέλα του. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η φωνή του Μασέμα ήταν εξίσου έντονη με τη ματιά του, αλλά τώρα έμοιαζε ειρωνική, και τα χείλη του αναδιπλώθηκαν καθώς το βλέμμα του πεταγόταν προς τη μεριά της Μπερελαίν. Φυσικά, είχε πάρει και το δικό του αυτί τις σχετικές φήμες.
Ένα κύμα οργής διαπέρασε τον Πέριν, αλλά κατάφερε να το αδράξει και να το καταστείλει. Η οργή του είχε μόνο έναν στόχο, και δεν θα τη χαράμιζε στρέφοντάς την αλλού. Διαισθανόμενος την ψυχική κατάσταση του αναβάτη του, ο Γοργοπόδης γύμνωσε τα δόντια του προς το μουνούχι του Μασέμα, κι ο Πέριν αναγκάστηκε να του τραβήξει με δύναμη τα χαλινάρια. «Τη νύχτα πέρασαν Σκοτεινόσκυλα από δω», είπε, με όχι και τόσο μελιστάλαχτο τόνο, αλλά δύσκολα μπορούσε να κάνει τη φωνή του ηπιότερη. «Έφυγαν κι η Μασούρι πιστεύει πως δεν πρόκειται να ξανάρθουν, οπότε δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας·».
Ο Μασέμα δεν μύριζε σαν ανήσυχος. Ποτέ του δεν μύριζε κάτι άλλο εκτός από καθαρή τρέλα. Το καστανοκόκκινο άλογό του τίναξε επιθετικά το κεφάλι του προς το μέρος του Γοργοπόδη, αλλά ο Μασέμα το συγκράτησε τραβώντας το με δύναμη. Ως αναβάτης ήταν καλός, αλλά μεταχειριζόταν τα ζωντανά όπως και τους ανθρώπους. Κοίταξε για πρώτη φορά τη Μασούρι κι η ματιά του, όσο κι αν έμοιαζε παράξενο, έγινε ελάχιστα πιο φλογερή. «Η Σκιά μπορεί να βρεθεί παντού», είπε. Τα λόγια του ήχησαν σαν ζωηρή δήλωση αναμφίβολης αλήθειας. «Όποιος ακολουθεί τον Άρχοντα Αναγεννημένο Δράκοντα, είθε το Φως να φωτίζει το όνομά του, δεν χρειάζεται να φοβάται τη Σκιά. Ακόμα και στον θάνατο, το Φως θα θριαμβεύσει».