Η φοράδα της Μασούρι δείλιασε, λες κι είχε τσουρουφλιστεί από αυτό το βλέμμα, αλλά η γυναίκα έθεσε το ζώο υπό τον έλεγχο της με ένα άγγιγμα στα χαλινάρια και συνάντησε τη ματιά του Μασέμα με την ανεξιχνίαστη έκφραση μιας Άες Σεντάι, γαλήνια σαν παγωμένη λίμνη. Δεν υπήρχε η παραμικρή ένδειξη ότι οι δυο τους είχαν συναντηθεί μυστικά. «Ο φόβος είναι χρήσιμο κεντρί για το πνεύμα και για την αποφασιστικότητα, αρκεί να είναι υπό έλεγχο. Αν δεν φοβόμαστε τους εχθρούς μας, θα πρέπει να τους περιφρονούμε, αλλά η περιφρόνηση φέρνει τον εχθρό πιο κοντά στη νίκη». Θα έλεγε κανείς πως μιλούσε σε έναν απλό αγρότη που δεν είχε συναντήσει ποτέ. Η Ανούρα τούς παρακολουθούσε δείχνοντας κάπως κομμένη. Μήπως φοβόταν ότι το μυστικό τους θα αποκαλυπτόταν και θα διαλύονταν τα σχέδια που αφορούσαν στον Μασέμα;
Ο Μασέμα σούφρωσε ξανά τα χείλη του, σε χαμόγελο ή χλευασμό. Η Άες Σεντάι έμοιαζε να μην υφίσταται πλέον για εκείνον, καθώς ο άντρας έστρεψε και πάλι την προσοχή του στον Πέριν. «Κάποιοι από εκείνους που ακολούθησαν τον Άρχοντα Δράκοντα, βρήκαν μια πόλη ονόματι Σο Χάμπορ». Έτσι αναφερόταν πάντα στους ακολούθους του: ακολουθούσαν τον Αναγεννημένο Δράκοντα, όχι τον ίδιο. Το γεγονός ότι ο Μασέμα τούς έλεγε τι, πότε και πώς να το κάνουν αποτελούσε ασήμαντη λεπτομέρεια. «Είναι μια αξιοπρεπής περιοχή τριών-τεσσάρων χιλιάδων κατοίκων, μία μέρα περίπου απόσταση από δω, ίσως και λιγότερο, στα νοτιοδυτικά. Φαίνεται πως βρίσκεται έξω από το μονοπάτι των Αελιτών και, παρά την ξηρασία, η σοδειά πήγε καλά πέρυσι. Έχουν αποθήκες γεμάτες κριθάρι, κεχρί, βρώμη και διάφορα άλλα απαραίτητα. Ξέρω ότι τελειώνουν τα αποθέματά σου, τόσο για τους άντρες σου, όσο και για τα ζώα».
«Πώς κι οι αποθήκες τους είναι γεμάτες τέτοια εποχή;» Η Μπερελαίν έγειρε μπροστά συνοφρυωμένη κι ο τόνος της φωνής της έμοιαζε απαιτητικός, έως και δύσπιστος.
Ο Νένγκαρ, σκυθρωπός, ακούμπησε το χέρι του στο ξίφος της σέλας του. Κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει τόσο κοφτά στον Προφήτη του Άρχοντα Δράκοντα, και κανείς δεν τον αμφισβητούσε, αν ήθελε τη ζωή του. Οι δερμάτινες σέλες έτριξαν καθώς οι λογχοφόροι μετακινήθηκαν πάνω στα άλογά τους, αλλά ο Νένγκαρ τούς αγνόησε. Η οσμή της παράνοιας που απέπνεε ο Μασέμα έφτανε μεστή στα ρουθούνια του Πέριν. Ο Μασέμα κοίταξε εξεταστικά την Μπερελαίν. Έμοιαζε να μη δίνει σημασία στον Νένγκαρ, στους λογχοφόρους ή στην πιθανότητα να αλληλοσκοτώνονταν οι άντρες ανά πάσα στιγμή.
«Είναι θέμα πλεονεξίας», είπε τελικά. «Προφανώς, οι σιτέμποροι του Σο Χάμπορ σκέφτηκαν ότι θα κέρδιζαν περισσότερα δημιουργώντας απόθεμα μέχρι οι τιμές ν’ ανέβουν λόγω του χειμώνα. Συνήθως, κάνουν δουλειές με τη Δύση, πουλώντας στην Γκεάλνταν και στην Αμαδισία, αλλά τα γεγονότα εκεί και στο Έμπου Νταρ τους έκαναν να φοβούνται πως, ό,τι κι αν στείλουν προς τα εκεί, θα κατασχεθεί. Η πλεονεξία τους τους άφησε με γεμάτες αποθήκες κι άδεια πορτοφόλια». Μια χροιά ικανοποίησης φάνηκε στη φωνή του. Μισούσε την πλεονεξία, όπως επίσης μισούσε οποιαδήποτε ανθρώπινη αδυναμία, μεγάλη ή μικρή. «Έχω την εντύπωση πως τώρα θα αναγκαστούν να πουλήσουν το εμπόρευμά τους κοψοχρονιά».
Ο Πέριν μυριζόταν παγίδα και δεν ήταν ανάγκη να διαθέτει κάποιος όσφρηση λύκου για να την αντιληφθεί. Ο Μασέμα έπρεπε να θρέψει τους άντρες και τα άλογά του και, άσχετα από το πόσο καλά είχαν ξεπαστρέψει τη χώρα που διέσχιζαν, δεν θα μπορούσαν να είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τους άντρες του Πέριν. Γιατί, άραγε, δεν είχε στείλει ο Μασέμα μερικές χιλιάδες ακολούθους του στην πόλη για να πάρουν ό,τι θέλουν; Μία μέρα δρόμος. Έτσι, όμως, ο Πέριν θα απομακρυνόταν από τη Φάιλε, κάτι που ίσως θα έδινε χρόνο στους Σάιντο να κερδίσουν το χαμένο έδαφος. Μήπως αυτή ήταν η αιτία ετούτης της περίεργης προσφοράς; Εκτός αν η επιπλέον αργοπορία κρατούσε τον Μασέμα στη Δύση, κοντά στους φίλους του, τους Σωντσάν.
«Ίσως υπάρξει χρόνος να επισκεφθώ αυτή την πόλη αφότου ελευθερωθεί η γυναίκα μου». Για άλλη μία φορά, τα αυτιά του Πέριν έπιασαν πριν από οποιονδήποτε άλλον τον αδιόρατο ήχο αντρών κι αλόγων που κινούνταν μέσα στο δάσος. Αυτή τη φορά, ο ήχος ερχόταν από τα δυτικά, από τον καταυλισμό. Φαίνεται πως ο αγγελιαφόρος του Γκαλίν είχε διασχίσει γοργά όλο τον δρόμο.
«Η γυναίκα σου», είπε ο Μασέμα με επίπεδη φωνή, ρίχνοντας ένα βλέμμα στην Μπερελαίν, που έκανε το αίμα του Πέριν να βράζει στις φλέβες του. Ακόμα κι η ίδια η Μπερελαίν αναψοκοκκίνισε, αν και το πρόσωπό της παρέμεινε ήρεμο. «Στ’ αλήθεια πιστεύεις πως θα έχεις νέα της σήμερα κιόλας;»
«Το πιστεύω». Η φωνή του Πέριν ήταν εξίσου επίπεδη με του Μασέμα και πιο σκληρή. Άδραξε το μπροστάρι της σέλας του, πάνω από τη δακτυλιοειδή λαβή του καλαθιού της Μπερελαίν, μόνο και μόνο για να μην πιάσει το τσεκούρι του. «Πρώτη μου προτεραιότητα είναι να ελευθερώσω τη Φάιλε και τις υπόλοιπες. Έπειτα, μπορούμε να φάμε του σκασμού».