Ο ήχος από τα άλογα που ζύγωναν γινόταν αντιληπτός στον καθένα πλέον. Μια μακρόστενη σειρά λογχοφόρων εμφανίστηκε στα δυτικά, κινούμενη ανάμεσα στις σκιές των δέντρων, ενώ μία ακόμη σειρά εφίππων φάνηκε πίσω, με τα κόκκινα σημαιάκια και τους θώρακες του Μαγιέν να εναλλάσσονται με τα πράσινα σημαιάκια και τους στιλβωμένους θώρακες της Γκεάλνταν. Οι γραμμές των στρατιωτών απλώνονταν απέναντι από τον Πέριν, κάτω από τον όγκο των ιππέων που περίμεναν να συνοδεύσουν τον Μασέμα. Πεζικάριοι κινούνταν σαν φαντάσματα από δέντρο σε δέντρο, κουβαλώντας τα μακρόστενα τόξα των Δύο Ποταμών. Ο Πέριν ήλπιζε να μην είχαν αφήσει εντελώς έρημο τον καταυλισμό. Η κλοπή του εγγράφου των Σωντσάν μπορεί να ήταν η αιτία που ο Μασέμα θα όπλιζε το χέρι του, και θεωρούνταν βετεράνος μαχητής σε όλο το μήκος της Μάστιγας καθώς κι ενάντια στους Αελίτες. Μπορεί να είχε κάτι πιο μακροπρόθεσμο κατά νου από το να ψάξει απλώς να βρει την Μπερελαίν. Το όλο θέμα ήταν σαν μία ακόμα σπαζοκεφαλιά, σαν γρίφος σιδηρουργού. Κίνησε ένα κομμάτι, για να μετακινήσεις ένα άλλο, μόνο και μόνο για να ελευθερώσεις ένα τρίτο. Ένας καταυλισμός με αδύναμους υπερασπιστές γίνεται εύκολα λεία, και σε αυτά τα δάση το να έχεις πολυάριθμο στρατό μετρούσε όσο και το να έχεις στις τάξεις σου άτομα ικανά να διαβιβάζουν. Άραγε, ο Μασέμα ήθελε να κρατήσει το μυστικό του επτασφράγιστο; Ο Πέριν συνειδητοποίησε ότι ακουμπούσε με το χέρι του το τσεκούρι του, αλλά το άφησε εκεί.
Ανάμεσα στον όγκο των ακολούθων του Μασέμα, τα άλογα άρχισαν να κινούνται νευρικά, καθώς οι αναβάτες τούς τραβούσαν τα γκέμια, κι οι άντρες άρχισαν να ουρλιάζουν και να κραδαίνουν τα όπλα τους, αλλά ο Μασέμα κοιτούσε εξεταστικά τους ερχόμενους λογχοφόρους και τους τοξότες, ανέκφραστος, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο σκυθρωπός. Θα μπορούσαν να είναι πουλάκια που πηδούν από κλαδί σε κλαδί. Η οσμή του έβγαινε παρανοϊκή κι απαράλλακτη.
«Ό,τι είναι να γίνει στην υπηρεσία του Φωτός, ας γίνει», είπε μόλις επιβράδυναν οι νεοφερμένοι, κάπου διακόσια βήματα μακρύτερα. Η απόσταση εντασσόταν στο βεληνεκές ενός Διποταμίτη τοξότη κι ο Μασέμα είχε δει παλιότερα σχετικές επιδείξεις, αλλά η στάση του δεν μαρτυρούσε ότι τα βέλη με την πλατιά αιχμή σημάδευαν την καρδιά του. «Όλα τα υπόλοιπα είναι σκουπίδια. Να το θυμάσαι αυτό, Άρχοντα Πέριν Χρυσομάτη. Όλα τα υπόλοιπα είναι σκουπίδια!»
Τσίγκλησε το καστανοκίτρινο ζώο του, στρέφοντάς το προς την άλλη μεριά χωρίς να πει λέξη, και κατευθύνθηκε προς το μέρος των αντρών του, που τον περίμεναν, ακολουθούμενος από τον Νένγκαρ και τον Μπάρτου. Και οι τρεις άντρες ζόριζαν τα άλογά τους για να αναπτύξουν ταχύτητα, δίχως να νοιάζονται για σπασμένα πόδια ή τσακισμένα κεφάλια. Η συνοδεία κίνησε ξοπίσω τους, δίνοντας την εντύπωση όχλου που κατηφορίζει νότια. Μερικοί άντρες στην οπισθοφυλακή σταμάτησαν για να τραβήξουν μια ακίνητη σιλουέτα κάτω από το πληγωμένο άλογο, δίνοντας τέλος στο βάσανο του ζώου με μια γρήγορη μαχαιριά. Κατόπιν, άρχισαν να το πετσοκόβουν και να το ξεκοιλιάζουν. Κρίμα να πάει χαμένο τόσο κρέας. Τον καβαλάρη τον παράτησαν πεταμένο.
«Πιστεύει κάθε λέξη που λέει», είπε η Ανούρα βαριανασαίνοντας. «Πού τον οδηγεί, όμως, αυτή η πίστη;»
Ο Πέριν σκέφτηκε να τη ρωτήσει ευθέως τι γνώμη είχε η ίδια, πού επιθυμούσε αυτή να τον οδηγεί, αλλά ξαφνικά η χαρακτηριστική, αδιαπέραστη ηρεμία των Άες Σεντάι έκανε την εμφάνισή της στο πρόσωπό της. Η άκρη της γαμψής μύτης της είχε κοκκινίσει από το κρύο. Η γυναίκα τον περιεργάστηκε με γαλήνιο βλέμμα. Πιο εύκολο ήταν να σηκώσεις με γυμνά χέρια την πέτρα που είχε σημαδευτεί από τα Σκοτεινόσκυλα, παρά να αποσπάσεις απάντηση από Άες Σεντάι που σε κοίταζε έτσι. Μάλλον έπρεπε να αφήσει τις ερωτήσεις για την Μπερελαίν.
Ο άντρας που είχε φέρει τους λογχοφόρους σπιρούνισε ξαφνικά το άλογά του, κάνοντάς το να κινηθεί προς τα εμπρός. Κοντός και στιβαρός, φορώντας θώρακα με ασημιές πλάκες και περικεφαλαία με ραβδωτή προσωπίδα και τρία μικρά, λευκά φτερά, ο Γκέραρντ Αργκάντα ήταν σκληροτράχηλος, ένας στρατιώτης που ξεκίνησε από χαμηλά κι, ενάντια σε κάθε αντιξοότητα, έφτασε σταδιακά στην κορυφή, για να γίνει τελικά Πρώτος Αξιωματικός της σωματοφυλακής της Αλιάντρε. Δεν πολυσυμπαθούσε τον Πέριν, ο οποίος είχε φέρει αναίτια τη βασίλισσά του τόσο νότια, με αποτέλεσμα την απαγωγή της, αλλά ο Πέριν περίμενε ότι ο άντρας θα σταματούσε για να υποβάλει τα σέβη του στην Μπερελαίν, ίσως και να συσκεφθεί με τον Γκαλίν. Ο Αργκάντα έτρεφε μεγάλο σεβασμό στο πρόσωπο του Γκαλίν και συχνά έκαναν παρέα καπνίζοντας τις πίπες τους. Αντί γι’ αυτό όμως, το σταχτί ζώο πέρασε δίπλα τους, με τον Αργκάντα να σπιρουνίζει με δύναμη τα πλευρά του, πασχίζοντας να το κάνει να αναπτύξει ταχύτητα. Μόλις ο Πέριν είδε πού κατευθυνόταν, κατάλαβε. Ένας έφιππος άντρας, καβάλα σε ένα γκρίζο άλογο, πλησίαζε από τα ανατολικά με σταθερό βηματισμό, και πλάι του βρισκόταν μια Αελίτισσα, που έσερνε τα πόδια της μέσα σε παπούτσια για το χιόνι.